Τα Ολύμπια Νέα

Τοπικά Νέα

Οι Πρέσπες, η Ελλάδα και οι άλλοι

Άρθρο γνώμης1--325-thumb-large

 

Του Γεωργίου Τσερτεκίδη

Πολιτικός Επιστήμων  

 

Η πολυσυζητημένη Συμφωνία των Πρεσπών εν τέλει πέρασε από την ελληνική Βουλή. Η εθνική αντιπροσωπεία των 300 βουλευτών την υπερψήφισε με 153 ψήφους υπέρ, 146 κατά και 1 παρών. Η υπερψήφισή της, αποτελεί ένα τετελεσμένο γεγονός. Σκόπιμη ίσως είναι μια ψύχραιμη ματιά στο θέμα της ψήφισής της σε τούτη τη φάση, μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων, των διεργασιών και της κοινοβουλευτικής επικύρωσης της Συμφωνίας.

 

Καλό είναι να ξεκαθαριστούν κάποια πράγματα στο δημόσιο λόγο. Θεμιτοί οι ρομαντισμοί και οι ιδεαλισμοί. Φυσιολογικοί οι συναισθηματισμοί. Αναμενόμενοι οι πολιτικοί τυχοδιωκτισμοί και οι οργουελισμοί. Υπάρχει όμως μεγάλη η ανάγκη για ρεαλισμό.

Η έντονη πολιτική πίεση των εταίρων και συμμάχων μας από Ευρώπη και Αμερική αποτελεί -αν όχι απόδειξη- ισχυρότατη ένδειξη για το ότι αν δεν ήταν οι Πρέσπες, πιθανότατα να ήταν η Δοϊράνη, η Βεγορίτιδα, η Βόλβη ή οποιαδήποτε άλλη. Πλην αυτής της πολιτικής πίεσης, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολιτικά τα Σκόπια, η διεισδυτικότητα του ρωσικού παράγοντα στη Βαλκανική σε συνδυασμό με τη δυσχαιρή διεθνή, οικονομική και πολιτική θέση της Ελλάδας στα χρόνια της Κρίσης, αποτελούν σίγουρα παράγοντες που συνηγορούν στο ότι αργά ή γρήγορα μια παρόμοια συμφωνία θα επιβαλλόταν στην Αθήνα.

Αυτό που η κυβέρνηση Τσίπρα συμφώνησε, έφερε στο ελληνικό Κοινοβούλιο και εν τέλει κατάφερε να επικυρώσει, χωλαίνει ιστορικά, εθνολογικά και γλωσσολογικά. Η ανάγκη όμως της βορειοατλαντικής συμμαχίας να κρατήσει στην επιρροή της και να υποδεχθεί ολοκληρωτικά στους κόλπους της το κράτος των Σκοπίων επέβαλαν στην Ελλάδα που -θεωρητικά τουλάχιστον- βγήκε από τα μνημόνια αλλά παραμένει υπό διεθνή εποπτεία και εξαρτάται τώρα όπως και πάντα από τους εταίρους, δανειστές και συμμάχους της να αποδεχθεί τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Από τη μία μεν η Συμφωνία των Πρεσπών τουλάχιστον ως προς τη σύνθετη ονομασία μετά γεωγραφικού προσδιορισμού με χρήση erga omnes, βρίσκεται εντός πλαισίου της λεγόμενης «εθνικής γραμμής» όπως αυτή εκφράστηκε το 2008 στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, από τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και την τότε υπουργό εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη. Από την άλλη δε φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τη γνώμη μιας ευδιάκριτα μεγάλης πλειοψηφίας του κοινωνικού συνόλου. Μιας πλειοψηφίας που αρνείται να αποδεχθεί κάποιο άλλο κράτος να φέρει την ονομασία της Μακεδονίας μετά οιουδήποτε προσδιορισμού.

Ο τρόπος που η κυβέρνηση Τσίπρα επικύρωσε τη Συμφωνία των Πρεσπών παρά τη διαφωνία και την εναντίωση του μεγαλύτερου μέρους της κοινής γνώμης (δεδομένο που προκύπτει από την αθρόα συμμετοχή τις κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας, τις δημοσκοπήσεις που έλαβαν χώρα κ.ο.κ), η καταστολή που χρησιμοποιήθηκε καθώς και γενικά η αντιμετώπιση των διαφωνούντων από πλευράς της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, εγείρουν σοβαρά ζητήματα αντιπροσώπευσης και ουσιαστικής δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η πορεία και η ποιότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας βρίσκεται αναμφισβήτητα σε ένα κρίσιμο σημείο που οφείλει να προβληματίσει.