Τα Ολύμπια Νέα

Απόψεις / Ελλάδα

Τελικά μας εμπαίζουν ή όχι οι Σκοπιανοί;

Άρθρο γνώμης

 

(Ένα σχόλιο ουσίας για τη Ρηματική Διακοίνωσή τους)

 

Του Χρήστου Γκουγκουρέλα

Δικηγόρου  

Στη ρηματική διακοίνωση της γειτονικής Δημοκρατίας, με βάση την οποία το Υπουργείο Εξωτερικών της ενημέρωνε την ελληνική πλευρά για την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων στη Συμφωνία των Πρεσπών συνταγματικών αλλαγών στα Σκόπια, διευκρινιζόταν προς αυτήν ότι σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα της Συμφωνίας των Πρεσπών νοείται ότι ο όρος ‘‘ιθαγένεια’’ (the term nationality) των πολιτών του κράτους αυτού, που ορίζεται ως «Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας’’ αναφέρεται μόνο στην ιθαγένεια/υπηκοότητα (citizenship) και δεν προσδιορίζει ή προκαθορίζει την εθνοτική ένταξη/εθνότητα (ethnic affiliation/ethnicity).

 

Η ρηματική διακοίνωση της όμορης Δημοκρατίας διακρίνει την ιθαγένεια από την εθνότητα, συνταυτίζοντας ουσιαστικά την πρώτη με την υπηκοότητα, και τονίζει ότι προσυπογράψαμε ως Ελλάδα με τη Συμφωνία των Πρεσπών ότι μόνο η ιθαγένεια των πολιτών της Δημοκρατίας αυτής νοείται ‘‘μακεδονική’’. Με αυτόν τον τρόπο καθησυχάζει, υποτίθεται, τις αντιδράσεις και αίρει τους προβληματισμούς της ελληνικής πλευράς επί του ισχυρισμού ότι η Ελλάδα με τη Συμφωνία των Πρεσπών αναγνωρίζει μακεδονικό έθνος.

Το περιεχόμενο της ρηματικής διακοίνωσης έχει νομική βάση και δικαιοπολιτικό θεμέλιο το άρθρο 2 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ιθαγένεια (Convention Europeenne sur la Nationalite), την οποία η γειτονική Δημοκρατία έχει συνυπογράψει και ενσωματώσει στην εσωτερική έννομη τάξη της. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό η «ιθαγένεια» είναι ο νομικός δεσμός που συνδέει το άτομο με το Κράτος και δεν αποτελεί ένδειξη της εθνικής καταγωγής του». Συνεπώς, είναι δυνατόν και εννοιολογικά και νομικά και υπό το πρίσμα της διεθνούς τάξης να υφίσταται και να διαπιστώνεται διακριτότητα μεταξύ των δύο άνω κρίσιμων εννοιών (ιθαγένειας και εθνότητας).

Και τούτο είναι αληθές. Αν και στη διεθνή πρακτική, στον πολιτικό βίο και την πολιτική πραγματικότητα των Κρατών και στη νομική θεωρία (βιβλιογραφία) οι έννοιες ιθαγένεια (citizenship ή nationality) και εθνότητα (nationality) πολλές φορές αλληλοεπικαλύπτονται, συμφύρονται ή αναγνωρίζονται ως ταυτόσημες, η ιθαγένεια και η εθνότητα κάποιες φορές όντως δεν συμπίπτουν.

Για να το εννοήσουμε όμως αυτό θα πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε, έστω κατά τα στοιχειώδη και αδρομερώς, το νοηματικό φορτίο των δύο αυτών όρων:

Ιθαγένεια είναι η δημοσίου και αναγκαστικού Δικαίου (ius cogens) έννομη σχέση και πολιτική διασύνδεση ενός συντεταγμένου Κράτους με τους πολίτες του. Κάθε Κράτος στο πλαίσιο της αυτοκυριαρχίας του έχει το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζει τις προϋποθέσεις κτήσης ιθαγένειας των πολιτών του,  κάθε δε άνθρωπος αποκτά ιθαγένεια από τη στιγμή που γεννιέται είτε με βάση την ιθαγένεια των γονέων του (δίκαιο αίματος – ius sanguinis) είτε με βάση τον τόπο γέννησης του (δίκαιο του εδάφους – ius soli) καθότι σύμφωνα και με το άρθρο 15 της Οικουμενικής Διακήρυξης του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (UDHR) ‘‘καθένας δικαιούται να έχει μια ιθαγένεια’’.

Στο εσωτερικό Δίκαιο μιας Χώρας η ιθαγένεια διαδραματίζει κομβικό ρόλο τόσο ως προς τα αστικά δικαιώματα (ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας) όσο και ως προς  τα πολιτικά δικαιώματα των ατόμων που ζουν σε κάθε συγκεκριμένη Χώρα, συνιστά δε εκείνο το καθοριστικό νομικό κριτήριο για την εφαρμογή του πλέγματος του εγχώριου δικαίου και των κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στα άτομα αυτά.

Από την άλλη, Έθνος ή Εθνότητα είναι ένα σύνολο ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά ή γνωρίσματα, μόνιμα, ‘‘ενσωματωμένα’’ και ‘‘ανθεκτικά’’ σε δεδομένο Χωρόχρονο, που όλα μαζί συγκερασμένα προσδίδουν στο σύνολο αυτό συγκεκριμένη εθνοτική ταυτότητα. Συνεπώς, η φυλή, η γλώσσα, το θρήσκευμα, η ανά τους αιώνες κοινή ιστορική διαδρομή, ο Πολιτισμός και η πολιτιστική κληρονομιά, οι γεωγραφικές διασυνδέσεις και οι καταγωγικές ομοιότητες δημιουργούν εν είδει αθροιστικού αποτελέσματος τη λεγόμενη ‘‘ειδοποιό διαφορά’’ αυτού του ορισμένου συνόλου ανθρώπων (έθνους) έναντι άλλων συνόλων (εθνών) και σμιλεύουν διαχρονικά την αποκαλούμενη ‘‘συλλογική εθνική συνείδηση’’ των μελών που ανήκουν στο σύνολο αυτό.

Έχοντας κατά νου τα παραπάνω, είναι νοητικά ψηλαφητή η σε κάποιες περιπτώσεις διάκριση των δύο επίμαχων εννοιών. Όλοι εμείς που γεννηθήκαμε στην Ελλάδα ή στο Εξωτερικό από Έλληνες γονείς και κατά βάση ζούμε εδώ είμαστε και Έλληνες υπήκοοι (άλλως έχουμε την ‘‘ελληνική ιθαγένεια’’) και ανήκοντες στο ‘‘Ελληνικό Έθνος’’. Κάποιοι, ωστόσο, από εμάς που έχουν μεταναστεύσει και ζουν επί χρόνια στο Εξωτερικό, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του Δικαίου του Κράτους στο οποίο ζουν, μπορεί να δικαιούνται να αποκτήσουν ή βεβαίως να έχουν ήδη αποκτήσει (δια πολιτογράφησης) και την ιθαγένεια/υπηκοότητα του Κράτους αυτού, χωρίς όμως ποτέ να πάψουν να είναι Έλληνες (ανήκοντες στο Ελληνικό Έθνος). Συνεπώς, στη δεύτερη αυτή περίπτωση η ιθαγένεια/υπηκοότητά τους και η εθνότητα τους μπορεί και να διαφοροποιούνται.