Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά

Ο Ριχάρδος Γ΄ του Σαίξπηρ στη «μικρή μας πόλη»

Κριτική Της Δρ. Ξανθίππης Καραβίδα1

Φιλόλογος  

Τον απαιτητικό Ριχάρδο τον Γ΄,  που γράφτηκε περί το 1591 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ανεβάζει τις μέρες αυτές το θέατρο «Μω», ένα ντόπιο σχήμα που θέτει σταδιακά τη δική του δυναμική σφραγίδα στα πολιτιστικά δρώμενα της Κατερίνης.

 

Κεντρικός ήρωας του έργου είναι ο καμπούρης και χωλός Ριχάρδος, δούκας του Γκλόστερ, ο οποίος αν και πολύ πίσω στη σειρά διαδοχής του στέμματος, επιθυμεί την εξουσία. Χωρίς  καμία έννοια συνείδησης και χωρίς ενδοιασμούς, ο άπληστος Ριχάρδος χρησιμοποιεί τη διπλωματία, την πειθώ, την εκμαυλιστική σαγήνη, σκευωρίες, συκοφαντίες αλλά και τη βία, ενεργοποιεί δηλαδή με ευφυΐα  κάθε μέσο, προκειμένου να αναρριχηθεί στον αγγλικό θρόνο ως Ριχάρδος Γ, σκοτώνοντας εχθρούς, συγγενείς και υποστηρικτές πριν φτάσει στη μάχη του Μπόσγουορθ. Στη σαιξπηρική τραγωδία γύρω του κινούνται πολλά πρόσωπα, συνεργοί ή θύματα (ή και τα δύο) των πανούργων σχεδίων του, ενώ ο ίδιος απευθύνεται συχνά στο κοινό, σαν να επιδιώκει τη συμμετοχή και των θεατών στα ανοσιουργήματά του. Το αριστουργηματικό κείμενο του Σαίξπηρ είναι, λοιπόν, κατά βάση ένα διεισδυτικό σχόλιο πάνω στη δίψα για εξουσία.

Ο σκηνοθέτης Κοσμάς Χατζηιωαννίδης χειρίστηκε με επιδεξιότητα την ιστορία αυτού του δύσμορφου Δούκα και μετέπειτα Μονάρχη, αναδεικνύοντας ένα ενοποιημένο σύνολο, όπου βέβαια η φιγούρα του Ριχάρδου είναι κεντρική, ενορχηστρώνοντας ευσυνείδητα σε ρυθμό γρήγορο μια ευπρόσωπη παράσταση. Για ένα έργο ρεπερτορίου, για το οποίο ο Μ. Καραγάτσης, παρακολουθώντας την παράσταση του Αλέξη Μινωτή στο Βασιλικό Θέατρο το 1960, έγραφε στη Βραδυνή ότι για να πλαισιώσουν τον βασικό ρόλο απαιτούνται «καμμιά σαρανταριά καλοί ηθοποιοί (από τους οποίους οι δέκα περίπου άριστοι)», κατανοούμε τη δυσκολία του σκηνοθέτη, με δεδομένο ότι δεν είχε στη διάθεσή του αρκετούς ηθοποιούς˙ και δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά. Ωστόσο, συγκριτικά με τα μέσα που διέθετε, το εγχείρημα ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό. Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε υπήρξαν πολλές στιγμές ή και ολόκληρες σκηνές εξαίρετες. Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες των πολλαπλών ρόλων που ανέλαβαν, επιτρέποντας στο κοινό τις περισσότερες φορές να κάνει ευχερώς τις διακρίσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου.

Το κέντρο βάρους επωμίστηκε φυσικά ο έμπειρος Κωνσταντίνος Μυστακίδης, ένας πρωταγωνιστής που μπορεί να αναμετρηθεί με τον ρόλο και που φαίνεται ότι πραγμάτωσε το όραμα του σκηνοθέτη με τον καλύτερο τρόπο. Με  ψυχική δύναμη, σθένος και φυσικότητα απέδωσε όλες τις αποχρώσεις του ρόλου του, κυρίως τον κυνισμό και τον αμοραλισμό που επιδιώκουν να κρύψουν οι μειλίχιοι τρόποι και η ευγλωττία της δαιμονικά ζοφερής, στυγερής προσωπικότητας του Ριχάρδου, της οποίας τη δολιότητα χωρίς αναστολές εξομολογείται ο ίδιος αφτιασίδωτη στο κοινό, σαν για να το καταστήσει συνένοχό του ή απλώς αναζητώντας θεατές για να επιβεβαιώσουν τη διανοητική του υπεροχή που αντισταθμίζει και εκδικείται – υποτίθεται;- για τη σωματική δυσμορφία του (ο σκηνοθέτης δεν τόνισε ιδιαίτερα ούτε την καμπούρα ούτε τη χωλότητα του ήρωα, πιθανόν επιδιώκοντας να υπονομεύσει αυτή την ανάγνωση). Ελέγχοντας τα εκφραστικά του μέσα, τη φωνή και το σώμα του, με αρτιότητα ο Μυστακίδης αποκάλυψε για άλλη μια φορά την υποκριτική του δεινότητα, χειραγωγώντας ως αδίστακτος μηχανορράφος υπολογισμένα τους πάντες μέχρι το αναπόφευκτο τέλος.

Αντάξια στάθηκαν στο πλευρό του οι υπόλοιποι ηθοποιοί της παράστασης, οι οποίοι, όπως ειπώθηκε, είχαν να διεκπεραιώσουν περισσότερους ρόλους ο καθένας. Πειστικοί και δυνατοί, συνεπείς και φορές εντυπωσιακά εύστοχοι πλαισιώνουν ικανοποιητικά τον κεντρικό ρόλο και του δίνουν το βάθος που απαιτείται. Η Τίνα Ιωαννίδου, εξίσου ικανή και έμπειρη, ζει τους ρόλους της και βρίσκεται σχεδόν πάντα στον σωστό τόνο. Απέριττη και απολαυστική τόσο στις κωμικές πλευρές των ρόλων της όσο και στις τραγικές: στους ανδρικούς ρόλους (φονιάς β΄, Βόργκαν, Τύρρελ) αλλά και όταν κλαίει, παρακαλάει, καταριέται, σαρκάζει, με πόνο και μίσος, σαν τραγική λαίδη Άννα ή σαν βασίλισσα Ελισάβετ. Ικανότατος και ο πρωτοεμφανιζόμενος στο κοινό της πόλης του αλλά με θητεία στη Θεσσαλονίκη Ανδρέας Μαυρίδης, που υποδύθηκε τον Κλάρενς, τον Μπάκιγχαμ, τον Γκρέι,  τον Στάνλεϊ, τον μικρό Γιορκ αλλά, με ιδιαίτερη ευαισθησία, και τη Μαργαρίτα. Εξίσου επαρκής και ο Αλέξανδρος Δαλαμήτρας, που υποδύθηκε  συνολικά επτά ρόλους.

Από την άλλη, το σταθερό, συμβολικό και αφαιρετικό, σκηνικό, που προδιαθέτει από την αρχή για τη ζοφερότητα της υπόθεσης, αποδείχθηκε λειτουργικό, εξασφαλίζοντας τη γρήγορη εναλλαγή των σκηνών και των κοστουμιών, που ακολουθούν την ίδια αφαιρετική, εδώ και κάπως ροκ, ματιά. Ενδιαφέρων είναι ο τρόπος δήλωσης της ιεραρχίας και ευρηματικό το τέχνασμα με τα πανωφόρια- παραπομπή στους διαδοχικούς φόνους που έγιναν με ηθικό αυτουργό τον Ριχάρδο. Ακόμη, ενισχυτικά στην αποτελεσματικότητα της ατμοσφαιρικής παράστασης λειτουργεί και ο φωτισμός, ενώ η μουσική επιλέχτηκε να υπογραμμίσει τις κορυφαίες μόνο στιγμές.