Τα Ολύμπια Νέα

Απόψεις

Η Παιδεία κλυδωνίζεται…

Άρθρο γνώμης Του Γρηγόρη Καλόμοιρου Χημικού1

 

Δεν υπάρχει πλέον αμφιβολία ότι ο σχεδιασμός των εκπαιδευτικών συστημάτων γίνεται με προχειρότητα και βιασύνη.  Δεν διέπεται από διαχρονικό όραμα, σχεδιασμό και οργάνωση. Λέξεις, δυστυχώς,που δεν φαίνεται να γνωρίζουν οι ηγεσίες του Υπουργείου που ασχολήθηκαν με την Παιδεία τα τελευταία χρόνια. Και μόνο το γεγονός ότι τα συστήματα αλλάζουν σε κάθε κυβέρνηση και σε κάθε κυβερνητικό σχήμα, συνηγορεί στα παραπάνω.

 

Η κατεύθυνση που δόθηκε στο Λύκειο, εδώ και δεκαετίες, έχει κέντρο τις εισαγωγικές εξετάσεις και  μάλιστα σε πολύ εξειδικευμένα μαθήματα υψηλού επιπέδου.  Αυτό έδωσε τροφή στην παραπαιδεία, η οποία απομάκρυνε τους μαθητές από μια ευρεία γενική μόρφωση,  από την καλλιέργεια της κρίσης και άλλων αναγκαίων δεξιοτήτων. Ταυτόχρονα, οι κατά καιρούς κυβερνήσεις προέτρεψαν στην προαγωγή των μαθητών από τάξη σε τάξη χωρίς εμπόδια και στη χορήγηση ενός απολυτηρίου με υψηλό βαθμό που δεν έχει κανένα αντίκρισμα στις πραγματικές επιδόσεις των μαθητών.

Τώρα πια, το ένα Λύκειο ανταγωνίζεται το άλλο για το πιο θα είναι πιο επιεικές στη βαθμολογία, ποιο θα έχει τους λιγότερους μετεξεταστέους το Σεπτέμβριο ποιο θα παραβλέψει περισσότερες απουσίες. Δεν γίνεται βέβαια λόγος για μαθητές που θα επαναλάβουν την τάξη. Αν γινόταν μια προσπάθεια αντικειμενικής βαθμολόγησης των μαθητών ο μέσος όρος θα ήταν πολύ κάτω από τη βάση και φυσικά πολλοί μαθητές θα έπρεπε να μείνουν μετεξεταστέοι.

Στην πρόσφατη προσπάθεια να «διορθωθούν» κάποια πράγματα, με προχειρότητα πάλι, το υπουργείο έκανε αλλαγές και έφερε την «Αξιολόγηση των καθηγητών», το «Νέο Λύκειο» και την «τράπεζα θεμάτων». Οι αλλαγές αυτές (που κατά τη γνώμη μου είναι στη σωστή κατεύθυνση αλλά με λανθασμένη εφαρμογή), αντί να επαναφέρουν την Παιδεία στο σωστό δρόμο, επιδείνωσαν την κατάσταση και έστειλαν στο φροντιστήριο και τα παιδιά της Α΄ Λυκείου! Ανέδειξαν το χαμηλό επίπεδο των μαθητών, την έλλειψη δεξιοτήτων καθώς και τα κενά στη διδασκαλία, αφήνοντας μετεξεταστέους μαθητές σε μεγάλα ποσοστά (από 15-50%). Αυτό θορύβησε το υπουργείο, (θαρρείς και δεν ήξερε τι συνέβαινε) και έσπευσε να διορθώσει το αποτέλεσμα κυριολεκτικά μετά την τελευταία στιγμή, με προχειρότητα πάλι, αλλάζοντας τον αλγόριθμο εξαγωγής των αποτελεσμάτων. Έτσι, τα σχολεία σε μια εβδομάδα έβγαλαν δύο φορές αποτελέσματα φοίτησης!

Αλλά, πέρα από τη σοβαρότητα που πρέπει να επιδείξει το κράτος, πέρα από το εκπαιδευτικό σύστημα που είναι απαραίτητο να σχεδιαστεί σωστά, χρειάζεται να μείνουν και οι θεσμοί όρθιοι. Το κράτος πρέπει να βοηθήσει σ΄ αυτό, αλλά όσο εξαρτάται από μας τους εκπαιδευτικούς, ας κάνουμε και μεις τη δική μας προσπάθεια. Καταρχάς να εντοπίσουμε τοστίγμα μας, πώς έχει δηλαδή η κατάσταση και μετά να χαράξουμε την πορεία μας προς τα εκεί που πιστεύουμε ότι πρέπει να πάμε.

Και το μεν στίγμα είναι περίπου όπως το περιγράψαμε προηγουμένως. Τα παιδιά μας έχουν χάσει τη δυνατότητα να σκέπτονται με κριτικό πνεύμα. Και οι «επιμελείς μαθητές» έχουν μάθει να αποστηθίζουν παρά να σκέφτονται, γιατί κανείς δεν τους εκπαίδευσε σωστά. Αυτό πιστεύω ότι οφείλεται σε δύο λόγους: α) δεν έχουν μάθει να μελετούν μόνοι τους τα μαθήματά τους αλλά συνήθισαν να τους ταΐζουν έτοιμη τη γνώση. β) καταφεύγουν πολύ εύκολα στα φροντιστήρια, όπου εκτός του ότι συνεχίζουν να ταΐζονται τη γνώση, σπαταλούν και τον εναπομείναντα χρόνο από το σχολείο, οπότε δεν τους μένει ούτε χρόνος ούτε ικμάδα για να μελετήσουν μόνοι τους και να εμπεδώσουν την γνώση που έλαβαν.

Η γνώση όμως δεν αποκτιέται με τάϊσμα, ούτε βέβαια μόνο με μελέτη. Η μελέτη όμως είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει ο μαθητής να μπει στον προβληματισμό, να μάθει καταρχήν να προβληματίζεται, δηλαδή να του δημιουργούνται ερωτήματα – απορίες. Αν δεν δημιουργηθεί η απορία μέσα του, τότε δεν θα αναζητήσει την απάντηση. Ακόμη κι αν του δοθεί η απάντηση, τότε δεν θα μπορέσει να τη συνδέσει με τον προβληματισμό – με το γιατί. Όλη αυτή η δεξιότητα όμως, απαιτεί χρόνο προσωπικής ενασχόλησης, σε ήσυχο μέρος, κατά μόνας, χωρίς το έτοιμο καταφύγιο της «αυθεντίας» του καθηγητή δίπλα του.

Πιστεύω ότι αν οι μαθητές μελετούσαν μόνοι τους το μισό χρόνο απ΄ αυτόν που σπαταλούν στα φροντιστήρια, θα γινόταν ξεφτέρια, όχι μόνο για τις απαιτήσεις του σχολείου (που ούτως ή άλλως είναι σχετικά μικρές) αλλά και για τις απαιτήσεις των πανελληνίων εξετάσεων.  Η καθοδήγηση μέσα στο σχολείο από έναν ευσυνείδητο καθηγητή αρκεί, αν βέβαια γίνει εγκαίρως από την αρχή και όχι την τελευταία χρονιά οπότε θα έχουν μαζευτεί πολλά κενά γνώσης. Αν όμως ο μαθητής αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία, ίσως μερικά μαθήματα αναπλήρωσης και καθοδήγησης για την προσωπική  μελέτη αρκούν. Η μόδα του να πηγαίνουν οι μαθητές φροντιστήριο όχι μόνο στην Γ΄ τάξη αλλά και στην Β΄ και τώρα και στην Α΄ τάξη, είναι καταστροφική και ίσως μια από τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης στην Παιδεία. Ο ένας γονιός παρασύρεται από τον άλλο, και μη θέλοντας να υστερήσει σε κάτι το παιδί του το στέλνει στο φροντιστήριο, όπου χάνει ώρες, για να πάει και να έρθει, ιδίως όταν ζει σε μη αστική περιοχή, χάνει ώρες για να ταΐζεται την έτοιμη γνώση και δεν του μένει χρόνος για να ασχοληθεί μόνο του με την ανάπτυξη της ουσιαστικής δεξιότητας που αναφέραμε προηγουμένως. Πόσες οικογένειες δεν πληρώνουν αδρά φροντιστηριακά μαθήματα, όπου ο καθηγητής θα λύνει τις ασκήσεις που τα παιδιά τους θα μπορούσαν να βρουν λυμένες με διεξοδικό τρόπο σε βοηθήματα, ή όπου απλά ο καθηγητής θα διαβάζει στα παιδιά τους μέσα από το βιβλίο… Παιδιά όμως φτωχών οικογενειών, ή ακριτικών τοποθεσιών που δεν έχουν τη δυνατότητα του φροντιστηρίου, πολλές φορές όχι μόνο πετυχαίνουν στις εξετάσεις, αλλά πρωτεύουν στην εισαγωγή τους σε Ανώτατες σχολές. Κι αυτό γίνεται ακριβώς γιατί έμαθαν να διαβάζουν μόνοι τους, να μελετούν, να κατανοούν και να απαντούν με κρίση στα ερωτήματα.