Τα Ολύμπια Νέα

Κυριότερες Ειδήσεις / Τοπικά Νέα

Η Πιερία (και) των γεφυριών

Το «άγνωστο» μεταβυζαντινό γεφύρι του Μοσχοποτάμου

kentrikh

Μπορεί η Πιερία να μην είναι μια περιοχή γνωστή για τα παραδοσιακά πέτρινα γεφύρια, όπως συμβαίνει με άλλα μέρη της Μακεδονίας, ωστόσο και εδώ έχουν κατασκευαστεί ορισμένα και σώζονται μέχρι τις μέρες μας. Ένα άγνωστο για τον πολύ κόσμο Μεταβυζαντινό λιθόκτιστο γεφύρι, που δυστυχώς μόνο οι ντόπιοι το ξέρουν, υπάρχει κοντά στο χωριό Μοσχοπόταμος της Πιερίας.

 

Το χωριό Μοσχοπόταμος βρίσκεται στις παρυφές των Πιερίων Ορέων σε υψόμετρο 460 μέτρων και 20,6 χιλ. απόσταση από την Κατερίνη. Ο Μοσχοπόταμος ήταν κάποτε μια ακμάζουσα πολιτεία καθώς αποτελούσε κεφαλοχώρι στην περιοχή και, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ονομαζόταν «Δρυάνιστα».

Το άγνωστο πέτρινο γεφύρι του Μοσχοποτάμου, απομεινάρι μιας άλλης εποχής, είναι ένα παραδοσιακό μονότοξο πέτρινο γεφύρι, ύπαρξη του οποίου χρονολογείται στη μεταβυζαντινή εποχή ενώ ως προς τη σημερινή του μορφή, δομήθηκε στο τελευταίο μισό του 19ου αιώνα. Βρίσκεται βόρεια του χωριού, σε κοντινή απόσταση από αυτό, (10 λεπτά με το αυτοκίνητο σε χωματόδρομο) σε ένα όμορφο καταπράσινο τοπίο, κρυμμένο μέσα στο ρέμα του ποταμού Βεργιόδρομου (αναφέρεται και ως Βεροιόδρομος). Το γεφύρι στέκει περήφανο και -σε πείσμα των καιρών- ενώνει μέχρι σήμερα τις όχθες του ποταμού, γι’ αυτό προκαλεί ακόμη και σήμερα τον θαυμασμό μας για την τεχνική της κατασκευής του και την αξιοθαύμαστη αντοχή του. Ο ποταμός Βεργιόδρομος ενώνεται στην πορεία του με μικρότερα ποτάμια και ρυάκια, διαρρέοντας τα όρια της Κατερίνης -γνωστός ως Πέλεκας- (στα αρχαία χρόνια, Λεύκος ποταμός).

Με βάση τη γεωγραφική του θέση και τις ανάγκες της επικοινωνίας που εξυπηρετούσε, ανήκει στην κατηγορία των γεφυριών τα οποία βρίσκονται κοντά σε οικισμό, γεφυρώνουν ποταμό σε ορεινή διάβαση η οποία δεν χρησιμοποιείται σήμερα, αλλά στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα βασικής ορεινής οδού επικοινωνίας. Σήμερα μπορεί να μην κατανοούμε την ύπαρξη της γέφυρας στο συγκεκριμένο σημείο καθώς έχουμε διαφορετική αντίληψη του χώρου, ωστόσο η παρουσία του γεφυριού αποτελεί απόδειξη για την πορεία ενός παλιού δρόμου που σήμερα έχει σχεδόν εξαφανιστεί.

 

Μύθοι και Αλήθειες

Το λιθόκτιστο γεφύρι του Μοσχοποτάμου συμπυκνώνει, μέσα από μύθους και θρύλους, τις ανάγκες που το δημιούργησαν, τη σημειολογία και τέλος την αισθητική που συχνά συνοδεύει την κατασκευή του. Με αυτόν τον τρόπο εναρμονίζεται στο τοπίο και ενώνει στις δύο άκρες του, το χθες και το σήμερα.

Όπως συμβαίνει συχνά, σε κάθε πέτρινο γεφύρι υπήρχε κοντά του και κάποιο κτίσμα που ήταν σημαντικό για τους κατοίκους -όπως ένας μύλος ή ένα χάνι- εδώ έχουμε την ύπαρξη ενός νερόμυλου. Σήμερα βλέπουμε δίπλα του ακριβώς να βρίσκονται τα απομεινάρια του Βακούφικου νερόμυλου, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του νερόμυλου έχει πέσει ενώ το υπόλοιπο μέρος του έχει θαφτεί από προσχώσεις και έχει γίνει ένα με τη χλωρίδα της περιοχής. Ο Βακούφικος μύλος ανήκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Μοσχοποτάμου όπου οι μυλωνάδες έδιναν το ενοίκιο στην επιτροπή της εκκλησίας. Τα έσοδα αυτά προορίζονταν για τη λειτουργία του Δημοτικού σχολείου (είναι γνωστό ότι στην Πιερία, ένα από τα πρώτα σχολεία που έγιναν ήταν και αυτό του Μοσχοποτάμου, το 1904, το οποίο σώζεται και λειτουργεί μέχρι σήμερα). Ο κόσμος έφερνε τα γεννήματά του με τα υποζύγια πάνω από το πέτρινο γεφύρι στον μύλο και χάρη σε αυτό το γεφύρι ο μύλος μπορούσε να αλέθει όλο τον χρόνο καθώς η πρόσβαση σε αυτόν ήταν δυνατή.

Ο μύλος σταμάτησε να αλέθει στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Τελευταίοι μυλωνάδες ήταν η οικογένεια του Ιωάννη Βραχνού (1957-1962) και του Βασιλείου Τσιτσιώνη (1963-1965). Έτσι το γεφύρι εξυπηρετούσε τους κατοίκους στο πέρασμα για να φτάσουν στον μύλο και στις κτηνοτροφικές και γεωργικές τους εργασίες.

Η ιστορία της κατασκευής της γέφυρας χάνεται στα βάθη του χρόνου. Έργο μεταβυζαντινής εποχής που συνέβαλε αποτελεσματικά στο να βελτιωθούν οι επικοινωνίες ανάμεσα στους ορεινούς οικισμούς. Από προφορικές πληροφορίες που έχουν μεταφερθεί από γενιά σε γενιά και απηχούν σε πραγματικά γεγονότα, το γεφύρι πήρε τη σημερινή μορφή κατά τη δεκαετία 1870-1880 από οικογένεια Γρεβενιωτών τεχνιτών, που έφεραν το επίθετο «Θυμιόπουλος», και βρήκαν καταφύγιο και φιλοξενία στο χωριό. Η οικογένεια αυτή, επειδή είχε κατηγορηθεί για κάποιες παράνομες πράξεις στον τόπο της, κατασκεύασε στον Μοσχοπόταμο κάποια σημαντικά και απαραίτητα κοινωφελή έργα για να εξιλεωθει και να ανταποδώσει τη φιλοξενία. Έτσι έφτιαξαν το γεφύρι, τον μύλο και λίγο αργότερα το δημοτικό σχολείο του χωριού (αρχές της δεκαετίας του 1890) τόσο ως τεχνίτες όσο και ως εν μέρει χρηματοδότες.