Τα Ολύμπια Νέα

Τοπικά Νέα

Ζητά απαντήσεις και… έγγραφα

Ερώτηση του Κ. Κουκοδήμου για στεγαστικά – τοκοχρεωλυτικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο

k

 

Την κατάθεση εγγράφων σχετικά με τα στεγαστικά-τοκοχρεωλυτικά δάνεια σε ελεβτικό φράγκο ζητά με ερώτηση του προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Οικονομίας, ο βουλευτής Πιερίας της Νέας Δημοκρατίας Κώστας Κουκοδήμος

Στο κείμενο της ερώτησής του ο κ. Κουκοδήμος αναφέρει: «Κατά τα έτη 2005 – 2008 οι ελληνικές τράπεζες χορήγησαν πληθώρα στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο. Μάλιστα υπήρχε από την πλευρά τους έντονη προτροπή και πίεση προς τους δανειολήπτες για σύναψη δανείων σε ελβετικό φράγκο και όχι σε Ευρώ, χωρίς να υπάρχει και η ανάλογη ενημέρωση για το ρίσκο που εμπεριέχει μια τέτοια κίνηση.
Η ισοτιμία Ευρώ – Ελβετικού φράγκου τον Μάιο του 2008 ήταν 1 προς 1,6212 . Τον Ιανουάριο του 2015 έγινε η τελευταία μεγάλη υποτίμηση με την ισοτιμία να διαμορφώνεται σε 1 προς 1,0877. Με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή μεταβολή της ως άνω ισοτιμίας, σήμερα αυτή ορίζεται σε 1 προς 1,0733.
Με βάση το παραπάνω και ενώ σταδιακά θα έπρεπε ο δανειολήπτης να πληρώνει μειωμένο ποσό δόσης εφόσον τηρείτο ο χρόνος αποπληρωμής της οφειλής, φτάσαμε σε σημείο να αυξάνεται το ποσό των μηνιαίων δόσεων αποπληρωμής, ενώ εν συνόλω το δάνειο να κοστίζει με βάση τη σημερινή ισοτιμία περισσότερο από το ποσό εκταμίευσης κατά τη σύναψη του δανείου.
Eπίσημα στοιχεία δείχνουν οτι, περίπου 70.000 ελληνικά νοικοκυριά την περίοδο 2006-2008 έλαβαν στεγαστικά δάνεια με ρήτρα chf. Τότε το ύψος αυτών των δανείων ήταν περί τα 7 δισ. ευρώ. Όμως στην πορεία η ενίσχυση του ελβετικού έναντι του ευρώ αύξησε το χρέος των νοικοκυριών, παρότι αποπλήρωναν τις δόσεις τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα 7 δισ. ευρώ που δανείστηκαν αρχικά πλέον έχουν αυξηθεί σε περισσότερα από 9 δισ. ευρώ με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να διαπιστώνουν -ακόμα και όσοι πλήρωναν κανονικά τις δόσεις τους- ότι το υπόλοιπο του δανείου τους αυξάνεται αντί να μειώνεται.
Όπως είναι κατανοητό και λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση, την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση των εισοδημάτων, την αύξηση των υποχρεώσεων, ως επίσης και την τρομερή υποτίμηση της αξίας της ακίνητης περιουσίας, δημιουργεί στους πολίτες επιπρόσθετες οικονομικές υποχρεώσεις ,με αποτέλεσμα η αποπληρωμή των εν λόγω δανείων να καθίσταται αδύνατη αν όχι ασύμφορη για την πλειοψηφία των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο.
Με βάση τα όσα ισχύουν σήμερα, το μόνο που δύναται να πράξει ο δανειολήπτης, είναι να έρθει σε επαφή με την Τράπεζα και να λάβει μια παράταση του χρόνου αποπληρωμής σε αντάλλαγμα για μειωμένη μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση, που πρακτικά σημαίνει μια ζωή χρέος. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πληθώρα στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο πέρασαν σταδιακά και με αυξανόμενη τάση, από τα εξυπηρετούμενα στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών με ότι αυτό συνεπάγεται για πιθανή μελλοντική απαίτηση εκ νέου ανακεφαλαιοποίησής τους λόγω του μεγάλου ποσοστού «κόκκινων» δανείων.
Κατά την περίοδο διακυβέρνησης της Ν.Δ. με πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά, όλα τα κόμματα, αλλά και ο τότε Αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σήμερα Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, είχαν προβεί σε δηλώσεις για νομοθετική ρύθμιση που θα έδινε λύση στο πρόβλημα.
Έκτοτε δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα και το πρόβλημα διαιωνίζεται ταλανίζοντας μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πληθώρα δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο, έχουν προσφύγει στα αρμόδια όργανα της Δικαιοσύνης και έχουν δικαιωθεί έναντι των απαιτήσεων των Τραπεζών κυρίως λόγω ελλιπούς ή ανύπαρκτης ενημέρωσης περί του ρίσκου λήψης δανείου σε διαφορετικό νόμισμα από το Ευρώ.
Ενδεικτικά με βάση την υπ`αριθμ 334/24-05-2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας), που αφορά συλλογική αγωγή δανειοληπτών ελβετικού φράγκου κατά της Τράπεζας EUROBANK, αναφέρεται μεταξύ άλλων:
«Υποχρεώνει την εναγόμενη (τράπεζα) να παραλείπει να επιδιώκει την τμηματική,ή την μερική ή την ολική εξόφληση των χορηγήσεων αυτών επί τη βάσει της τρέχουσας τιμής πώλησης του χορηγηθέντος νομίσματος κατά την ημέρα της καταβολής, αλλά μόνο επί της ισοτιμίας €/CHF κατά τον χρόνο εκταμίευσης του δανείου.»
Συνοπτικά με την απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ορίζει ότι:
-Η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να δέχεται τις μηνιαίες πληρωμές δόσεων με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκταμίευση του δανείου.
-Απαγορεύει στην τράπεζα να καταγγείλει τις συμβάσεις των δανείων εάν οι δανειολήπτες καταβάλουν τα ποσά των τοκοχρεολυτικών δόσεων σε ελβετικό φράγκο με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την εκταμίευση του δανείου.
-Την υποχρεώνει να δέχεται μερική ή ολική αποπληρωμή του δανείου σε ελβετικά φράγκα με βάση την ισοτιμία εκταμίευσης.
-Υποχρεώνει την εναγόμενη να προβεί στον συνυπολογισμό όλων των χρεώσεων ήτοι τόκων δόσεων αλλά και καταβολών εκ μέρους των δανειοληπτών που έχουν γίνει κατόπιν μετατροπής ελβετικού σε ευρώ με βάση την ισοτιμία ευρώ ελβετικού κατά τον χρόνο εκταμίευσης του καθενός δανείου, ειδάλλως με βάση το ποσό των ευρώ που εκταμιεύτηκε και το συμβατικό επιτόκιο.
Είναι λοιπόν σαφές ότι ελλείψει νομοθετικής ρύθμισης, οι δανειολήπτες αναγκάζονται να προβούν σε μια κοστοβόρα και χρονοβόρα διαδικασία εμπλοκής με τη δικαιοσύνη για να επιτύχουν τη δικαίωσή τους. Αυτό βέβαια συνεπάγεται και την περαιτέρω απασχόληση της ήδη επιβαρυμένης δικαιοσύνης με υποθέσεις που προκαλούν επιπλέον καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων σε σημαντικές υποθέσεις (π.χ. Λίστες Λαγκάρντ κτλ).
Στο σημείο αυτό λοιπόν, και έπειτα από μεγάλη καθυστέρηση της πολιτείας , είναι αναγκαία η λήψη νομοθετικής δράσης για την προστασία του πολίτη, κάτι που είχε υποσχεθεί το σύνολο των κοινοβουλευτικών κομμάτων.
Ερωτώνται οι αρμόδιοι υπουργοί:
-Εάν είναι στις προθέσεις τους να προβούν σε Νομοθετική ρύθμιση, ώστε να γίνεται τμηματική ή μερική ή ολική εξόφληση χορηγηθέντων δανείων σε ελβετικό φράγκο, με βάση την ισχύουσα ισοτιμία €/CHF κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου και τη συνακόλουθη αποπληρωμή τους στην αρχική ονομαστική τους αξία.
Επιπλέον ζητείται από τον αρμόδιο Υπουργό:
Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος της ισοτιμίας ευρώ /ελβετικού φράγκου από το 2005 έως σήμερα.»