Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά

«Για έναν ψηλόν ραχίν, για έναν αροθυμίαν»

Άρθρο γνώμης

Μια παράσταση της Ένωσης Ποντίων αφιερωμένη στα μαρτύρια των προσφύγων, εμπλουτισμένη με προφορικές αυθεντικές ιστορίες (Σάββατο, 27 Αυγούστου, αρχαίο θέατρο Δίου)

100 AFISES

Του Αντώνη Κάλφα Η θεατρική ομάδα της Ένωσης Ποντίων Πιερίας παρουσιάζει την παράσταση—στην ποντιακή και στην ομιλούμενη νέα ελληνική γλώσσα— «Για έναν ψηλόν ραχίν, για έναν αροθυμίαν» με σκηνοθέτη και οργανωτή της ωραίας συλλογικής ομάδας των θεατρόφιλων της Ένωσης τον Χάρη Αμανατίδη. Αν το πράγμα σταματούσε εδώ δεν θα είχαμε να κάνουμε με κάτι καινούργιο.

Ήδη από την έλευση των προσφύγων τόσο οι εν Ελλάδι προσφυγικές περιοχές όσο και η Πιερία χάρηκαν πάμπολλες παραστάσεις του σπουδαίου λαογραφικού πολιτισμού των Ποντίων. Μάλιστα ο πολύς Οδυσσέας Λαμψίδης καταγράφει στη μελέτη του Γύρω στο ποντιακό θέατρο. Υπόσταση και ιστορία του (1922-1972), Αθήνα 1978, σύμπασα τη θεατρική παραγωγή των ποντίων θεατρικών συγγραφέων και σκηνοθετών (και ορισμένα θεατρικά έργα του δικού μας Πολύκαρπου Χάιτα). Από τη σχετική περιήγηση στην παραστασιογραφία του βιβλίου αντιλαμβάνεται κανείς το σημαντικό ρόλο των ποντιακών σωματείων (Ένωση Ποντίων Πιερίας) καθώς και τις δυναμικές θεατρικές ομάδες στην Πιερία με επίκεντρο την Κατερίνη, την Σφενδάμη και τον Καταχά, με δεκάδες παραστάσεις και με συμμέτοχους στο γεγονός χιλιάδες ανθρώπους (σημαντικά δηλαδή γεγονότα πολιτισμού που περιμένουν υπομονετικά την καταγραφή τους από τους φιλίστορες της Ένωσης).
Το ενθαρρυντικό εδώ, στην παράσταση του Χάρη Αμανατίδη, βλέπω να γίνεται σε δύο επίπεδα: στο πρώτο παρατηρούμε τη συνύπαρξη του εθνικού με το υπερεθνικό, τη σύζευξη δηλαδή των εμπειριών του πολύπαθου ελληνισμού της Μικράς Ασίας και του Πόντου με ό,τι συμβαίνει ή συνέβη και σε άλλες πατρίδες των Ελλήνων (η Αίγυπτος με τους χιλιάδες Έλληνες που διώχτηκαν μετά το 1956) αλλά και με ό,τι συνιστά υπερεθνική συλλογική ιστορική μνήμη. Το δεύτερο είναι αυτό που οι ιστορικοί αποκαλούν «το τραύμα της μνήμης»: πώς βίωσαν/πώς βιώνουν οι νεότεροι και σημερινοί απόγονοι των προσφύγων την μικρασιατική καταστροφή, τι συγκράτησαν, τι θυμούνται από τις αφηγήσεις των άλλων προσφύγων και τις προσωπικές ιστορίες των παππούδων τους όντας χρήστες ενός άλλου— παγκοσμιοποιημένου και μετανεωτερικού— πολιτισμού, όπως ο σημερινός; (Κι ακόμα παραπέρα: πώς κρίνουμε σήμερα τον πόλεμο; Στο αντιπολεμικό θεατρικό έργο «Θάψτε τους νεκρούς» του Ίρβιγκ Σω που περιλαμβάνεται στην παράσταση ακούμε σε μια στιγμή τον νεκρό να λέει: «Πρέπει επιτέλους οι άνθρωποι, πριν χαθεί κάθε ελπίδα, να ανακαλύψουν ότι μπορούν να πεθάνουν ευτυχισμένοι και να θαφτούν με χαρά μόνο όταν πεθαίνουν από τη φύση ή για έναν δικό τους σκοπό κι όχι για τον Φαραώ ή τον Καίσαρά τους»).
Στο δεύτερο επίπεδο οι προφορικές μαρτυρίες και αφηγήσεις που συνέλεξαν με προσωπικό και βιωματικό τρόπο οι ηθοποιοί συνιστούν ένα πρώτης τάξεως υλικό όχι μόνο για την ψυχή τους και για την τοπική ιστορία αλλά και για την ανανέωση του ίδιου του θεατρικού είδους ως ενός χώρου όπου συναντώνται οι εντελώς προσωπικές αυθεντικές ερμηνείες του παρόντος με τα ίχνη του παρελθόντος: ιστορία λοιπόν και αφήγηση, κειμενικός λόγος και συλλογικές αποτυπώσεις ξαναστήνουν τη διαδρομή της ιστορίας μέσα από το όχημα της θεατρικής πράξης.
Μαρτυρίες προσφύγων δικών μας προσφύγων από τα Κοτύωρα, τη Φάτσα, από τα Αλάτσατα Ερυθραίας, από τα Σούρμενα ή την Νεοκαισάρεια του Πόντου, αλλά και μαρτυρίες εμβληματικών κειμένων, κειμένων σταθμών στη νεοελληνική μυθιστορία («Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου, «Αριάγνη» του Στρατή Δούκα).
Για την ιέρεια της συνύπαρξης και του αντιρατσισμού Αριάγνη του Τσίρκα (αριάγνη σημαίνει στη νησιώτικη γλώσσα πολύ αγνή) πατρίδα είναι ο τόπος που ζεις, οι άνθρωποι που συνάντησες, οι άραβες γείτονες, οι μουσουλμάνοι με τις ιεροτελεστίες τους, τα μικροπράγματα που συνέδεσες με τη ζωή σου, εκεί όπου έζησες και μεγάλωσες τα παιδιά σου. Αυτά ακριβώς τα παιδιά που στη σπαρακτική μαρτυρία της προσφυγοπούλας Ναυσικάς Αθανασιάδου δολοφονούνται στο Σορχούν και όσο κι αν, αργότερα, έκανε άλλα τέσσερα κορίτσια παλεύει και πάλι να μείνουν ζωντανά στις συνθήκες του νέου ευρωπαϊκού χαμού (ναζιστική κατοχή-εμφύλιος). Στη μαρτυρία του Αβραάμ Τερζόπουλου η μνήμη αρνείται να πει ιστορίες από την καταστροφή και όταν το κάνει η επιστροφή συνδέεται με τον Τρίλοφο και την Κατερίνη. Στην αφήγηση της Μαρίας Καπασακαλίδου ο τόπος, η πατρίδα ήταν το σπίτι, τα λουλούδια, το σχολείο που πήγαινε μέχρι να έλθει ο τουρκικός στρατός ο οποίος ληστεύει και σκοτώνει τον πρωτότοκο γιο με τελική κατάληξη τα Σούρμενα και το λιμάνι του Πειραιά.
Και μια συγκλονιστική για την καθ’ ημάς ανατολή σκηνή: στην ανέκδοτη αυθεντική μαρτυρία του Θανάση Κακογιάννη από τα Αλάτσατα Ερυθραίας η μάνα αποφασίζει να διαλέξει ποιο από τα δύο αγαπημένα πράγματα που κουβαλάει σφιχτά πάνω της θα κρατήσει (την εικόνα της παναγίας ή το μωρό) κατά την επώδυνη πορεία του ξεριζωμού κι ύστερα θάβει όσο πιο ευλαβικά γίνεται την εικόνα με την δακρυσμένη δικαιολογία: «Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή εσένα».
Τέλος, στις μαρτυρίες των δικών μας συνομίληκων προσφύγων Θεόφιλου Χαλκίδη και Σάββα Κανταρτζή (γεννημένοι το 1900 στη Φάτσα και τα Κοτύωρα αντιστοίχως) η επώδυνη περιπέτεια των διωγμών και της πρώτης εγκατάστασης στη Μακρόνησο συνδέεται και με την πρώτη επίσκεψη στη γη της Πιερίας, στην Κατερίνη του 1925, που τους φάνηκε πόλη μικρή στο χάρτη και ανύπαρκτη στη θρυλική νεοελληνική ιστοριογραφία, πόλη όμως που έμελλε να στεγάσει την προσφυγική πρόοδο αλλά και την μελλοντική ανθοφορία της ιστορικής μνήμης.