Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά

Οι Επτά επί Θήβας του Αισχύλου στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου

Άρθρο γνώμης

Της Ειρήνης Παξιμαδάκη Φιλολόγου1 Το Σάββατο, στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου, είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε τη συγκλονιστική παράσταση «Επτά Επί Θήβας» του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις και μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Μια τραγωδία γεμάτη πόλεμο (“άρεως μεστόν”), όπως ο Γοργίας –σύμφωνα με τον Πλούταρχο– την έχει χαρακτηρίσει, αλλά και όπως ο αριστοφανικός Αισχύλος στους “Βατράχους” την θεωρεί.

Η τραγωδία διδάχτηκε το πρώτο έτος της 78ης Ολυμπιάδας, το 467 π.Χ. H προϊστορία του δράματος είναι η εξής: Mετά την τραγική αυτοτύφλωσή του, ο Oιδίποδας φεύγει από την πόλη και καταριέται τους γιους του, Ετεοκλή και Πολυνείκη, να μοιράζονται τον θρόνο με πολεμικές συγκρούσεις. Αυτοί συμφωνούν να βασιλεύουν σε κυκλική εναλλαγή, από έναν χρόνο ο καθένας, όμως γρήγορα μαλώνουν. Ο Πολυνείκης κυβερνά πρώτος, ύστερα παραχωρεί την εξουσία στον Ετεοκλή, ο οποίος όμως αρνείται να την παραδώσει την επόμενη χρονιά. Έτσι, ο Πολυνείκης καταφεύγει στο Άργος, όπου βασιλεύει ο Άδραστος, παντρεύεται τη μια από τις δύο κόρες του και με τη βοήθεια του Άδραστου οργανώνει την περίφημη εκστρατεία των «Eπτά εναντίον των Θηβών», που πήρε το όνομά της από τους επτά πολέμαρχους που οδήγησαν τη στρατιά από το Άργος στη Θήβα. Η σκηνή του δράματος τοποθετείται στη Θήβα, λίγο πριν την επίθεση των Επτά, και τελειώνει με τον αλληλοσκοτωμό των δυο αδερφών. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σκηνικό στην παράσταση. Οι ηθοποιοί κινούνται στη σκηνή με φόντο έναν λευκό τοίχο, πίσω από τον οποίο φανταζόμαστε να τελείται η πολιορκία της πόλης. Τα κοστούμια, σύγχρονα, δυτικού στιλ, μάλλον όμως φτωχικά και ταλαιπωρημένα, παραπέμπουν στη δύσκολη εποχή της πολιορκίας και της επικείμενης επίθεσης. Ο Ετεοκλής του Χρίστου Στυλιανού είναι μια πληθωρική παρουσία: στιβαρός, με εκπληκτική άρθρωση, με παράστημα και χροιά φωνής που σε μερικούς θύμιζε Μάνο Κατράκη. Ο Στυλιανού ερμήνευσε αριστοτεχνικά τον ηγέτη τον μεθυσμένο από την εξουσία, που δεν αντιλαμβάνεται πως ο εχθρός μπορεί να κρύβεται τελικά μέσα μας, να είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Στην παράσταση του Φεστιβάλ Ολύμπου τον ρόλο του Πολυνείκη ανέλαβε ο Γιάννης Στάνκογλου, ο οποίος εναλλάσσεται με τον Χρίστο Στυλιανού στους ρόλους των δύο αδελφών από παράσταση σε παράσταση. Εξαιρετικές οι ερμηνείες και του Αλέξανδρου Τσακίρη ως κήρυκα προσκολλημένου στην εξουσία και του Γιώργου Καύκα ως ανιχνευτή-άγγελου, που μας μετέφερε όλη τη σκηνή της πολιορκίας με τους επτά στρατηγούς έξω από τις πύλες της Θήβας. Ο χορός, δέκα Θηβαίες κοπέλες, μαζί με τους άνδρες πολεμιστές, γέμιζαν ανά πάσα στιγμή τη σκηνή, θρηνούσαν, αγωνιούσαν, ελεεινολογούσαν, επιχειρηματολογούσαν, συμβούλευαν τον βασιλιά, θριαμβολογούσαν, τραγουδούσαν, ούρλιαζαν. Αρμονικές κινήσεις, συνοδευόμενες ενίοτε από τους ζωντανούς ήχους του τύμπανου και της τρομπέτας. Ο Λιθουανός Τσέζαρις Γκραουζίνις επέλεξε να ξεχωρίσει από την τραγωδία του Αισχύλου όχι τόσο το αντιπολεμικό μήνυμα, όσο τον προβληματισμό γύρω από την εξουσία, την υπεράσπιση της πατρίδας με κάθε τρόπο, το αδελφοκτόνο μίσος. Αισθητοποιεί τον ίλιγγο που προκαλεί η εξουσία με το σκηνοθετικό εύρημα της σκάλας ως συμβόλου εξουσίας. Σε σκάλα αναρριχάται ο Ετεοκλής για το διάγγελμά του στον λαό. Πάνω σ’ αυτήν έρχονται αντιμέτωπα τα αδέρφια. Μ’ αυτήν τελικά διαχωρίζεται αυτός που αξίζει την ταφή. Και πάνω σε μια σκάλα ανεβαίνει στο τέλος και ο κήρυκας που μεταφέρει το μήνυμα του νέου ηγέτη, του Κρέοντα. Επίσης, ο Γκραουζίνις επιλέγει να παρουσιάσει τους υπερασπιστές της Θήβας σαν καρικατούρες αγωνιστών απέναντι στους ισχυρούς πολιορκητές. Οι Θηβαίοι με πρόχειρα και αυτοσχέδια όπλα αντιπαρατάσσουν απέναντι στην πολεμική μηχανή τη θέληση, την εξυπνάδα, τη σοφία, την αγάπη για την πατρίδα, την καρδιά, αυτό που πάντα στην ανάγκη έκανε μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα. Η σκηνή της θανάσιμης σύγκρουσης ανάμεσα στον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη, τους αισχύλειους αδερφοφάδες, με τα δυο αδέρφια να πολεμούν σαν να αγκαλιάζονται με πάθος, με πιατίνια αντί για σπαθιά, και να καταλήγουν νεκροί, όρθιοι κι αγκαλιασμένοι, με τις αδερφές, Αντιγόνη (Νάντια Κοντογεώργη) και Ισμήνη (Ιώβη Φραγκάτου), να θρηνούν γύρω τους, είναι η κορυφαία σκηνή της παράστασης. Τελικά, ούτε και το πορτοκαλί φεγγάρι, που αναδύθηκε στο φόντο μέσα από το Αρχαιολογικό Πάρκο του Δίου, κατά τη διάρκεια της παράστασης, ήταν αρκετό να αποσπάσει την προσοχή του γοητευμένου θεατή.