Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά

Αγάπες δίχως σύνορα!

Μια προσέγγιση σε ένα επίκαιρο βιβλίο της Γ. Καραβέργου-Γκριμούλα για τους έλληνες μετανάστες

Του Ανδρέα ΓαλανούTRANS EPTA 576 Έχει η αγάπη σύνορα; Έχει όρια; Έχει πλαίσια και περιορισμούς; Είναι ανεξάντλητη η αγάπη; Αλλά, στ’ αλήθεια, τι είναι αγάπη; Για την αγάπη γράφτηκαν πολλά εκατομμύρια ποιήματα ανά τους αιώνες, πολλά εκατομμύρια τραγούδια, βιβλία λογοτεχνικά γράφτηκαν σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και θα συνεχίζουν να γράφονται όσο θα υπάρχει ο άνθρωπος στη γη.

Αγάπες! Πολλές αγάπες μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Αγάπη για τον γονιό, για τον αδελφό, για τον συγγενή, για τον φίλο ή τη φίλη, για το «άλλο μισό» ή για το «έτερον ήμισυ», για τη θρησκεία, για την οικογένεια, για την πατρίδα, για τους συμπατριώτες ή και για τους ξένους, για την ιδιαίτερη πατρίδα ή για μια νέα πατρίδα (του μετανάστη), για τα ήθη και τα έθιμα, για την πολιτιστική κληρονομιά, για εκείνους που έφυγαν απ’ τη ζωή, για εκείνους που έρχονται στη ζωή, για εκείνους που αγαπούν τη ζωή!

Το βιβλίο της Γεωργίας Καραβέργου – Γκριμούλα Όλες αυτές οι αγάπες, παρουσιασμένες με έναν εξαιρετικό τρόπο, μπόρεσαν και χώρεσαν σ’ ένα λογοτεχνικό βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στην Ελλάδα, σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για τη χώρα. Συγγραφέας του βιβλίου «αγάπες δίχως σύνορα» είναι η Γεωργία Καραβέργου – Γκριμούλα, που γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1968 στην Κατερίνη, που αποφοίτησε από το Λύκειο Κονταριώτισσας, που στη συνέχεια σπούδασε στη Θεσσαλονίκη στον τομέα παρασκευής βιοχημικών εργαστηρίων αλλά και στη Σχολή Νοσηλευτριών. Ακολούθησε η ξενιτιά στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ήρθε όμως και ώρα επιστροφή στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα, την Κονταριώτισσα Δ.Δίου-Ολύμπου. Στο βιβλίο της ξεχωρίζει η αγάπη για την πατρίδα, η αγάπη για τη Μακεδονία. Ξεχειλίζει η αγάπη για τον Θεό και για τους ανθρώπους της πατρίδας, για την ελληνική οικογένεια. Σε κάθε σελίδα του βιβλίου βρίσκεται η πατρίδα και η παράδοση ενώ σε κάμποσες γραμμές του βιβλίου υπάρχει αποτυπωμένη η νοσταλγία για επιστροφή στη Μητροπολιτική Ελλάδα, στη χώρα που, παρά τα στραβά της, είναι ευτυχισμένος κανείς που γεννιέται, στη χώρα που θέλει να ζήσει και να ευτυχίσει, στη χώρα που θέλει να κλείσει τα μάτια του για το αιώνιο ταξίδι. Όποιος και όποια διαβάζει αυτό το βιβλίο, νιώθει ότι η συγγραφέας είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, βαθύς, νοσταλγικός, τρυφερός, στοχαστικός, γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, νιώθει ότι πρόκειται για μια σπάνια καλλιτεχνική γραφίδα. Συγχρόνως, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο κανείς μπορεί να νιώσει την ιστορία και την παράδοση αυτής της χώρας, τα νάματα της θρησκείας, το υπέροχο μεγαλείο της Ελλάδας.

Από τον εμφύλιο στη μετανάστευση Παντού στο βιβλίο υπάρχει η Ελλάδα, με τα καλά της και με τα στραβά της. Πρωταγωνίστρια της ιστορίας του βιβλίου η Άννα Νικολάου (μετέπειτα σύζυγος Νικολάου-Ιωάννη Κάιτ) που γεννήθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας ‘40 – ’50 στην Ελλάδα. Η αρχή αυτής της ιστορίας ξεκινάει από τον εμφύλιο σπαραγμό: «Ο εμφύλιος βρήκε τους γονείς μου νιόπαντρους (λέει η Άννα Νικολάου) κι εμένα στα σπάργανα. Πείνα, φτώχεια, δυστυχία. Άρχισε ο αλληλοσκοτωμός. Αδέρφια να σκοτώνουν αδέρφια. Τρόμος ντυμένος με ντροπή για την εθνική μας κατάντια, φόβος και αγωνία για την επιβίωση. Ήταν τότε που ο πατέρας ανέβηκε στο καράβι. Έριξε μαύρη πέτρα πίσω, από πόνο ψυχής… Πήραμε τον δρόμο της σωτηρίας, αφήνοντας μια Ελλάδα να αιμορραγεί μέσα από αδικοχαμένο αδερφικό αίμα… Έγινε η Αμερική γη προκοπής και ελευθερίας για πολλούς Έλληνες μετανάστες»! Στην ξενιτιά μετέφεραν οι μετανάστες την Ελλάδα, την ψυχή της Ελλάδας, τον ελληνικό τρόπο ζωής, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα ελληνικά φαγητά, τα ελληνικά ακούσματα, τα ελληνικά ήθη και έθιμα, τις παραδόσεις του τόπου, την παραμυθία (την παρηγοριά) των παραμυθιών, το ελληνικό φιλότιμο, την ελληνική αρχοντιά, την αγάπη για την Ελλάδα. Και οι Μακεδόνες μετανάστες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο «αγάπες χωρίς σύνορα», φαίνεται να μετέφεραν στην ξενιτιά, φαίνεται να μετέφεραν και κάποια ιδιαίτερα μακεδονίτικα χαρακτηριστικά στο Σικάγο, στη νέα τους πατρίδα. Γι αυτό και η Άννα Νικολάου, όταν ήρθε η στιγμή για να δειπνήσει με τον Αμερικανό Ν-Ι.Κάιτ, μετέπειτα σύζυγό της, τον πήγε σε ένα ελληνικό εστιατόριο του Σικάγου. Εκεί οι μετανάστες πήγαιναν όχι μόνο για να φάνε: Ήθελαν «να βρίσκονται ανάμεσα σε πατριώτες που μιλούσαν για την πατρίδα, την ίδια γλώσσα, και που είχαν διάθεση να μοιράζονται τις μνήμες τους».

Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, κέντρο ζωής της Ομογένειας. Κέντρο ζωής της Ομογένειας παρουσιάζεται η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. «Αντίκρισα το αναμμένο καντηλάκι. Κυριακή σήμερα… Η Εκκλησία ήταν πάντα για μένα τρόπος ζωής. Από φοιτήτρια πήγαινα κάθε Κυριακή… Σταματούσα στην Εκκλησία όποτε είχα χρόνο, έτσι απλά για ένα κεράκι, μια δέηση μέσα σ’ εκείνη την ηρεμία, τη σιγή, που προσωπικά πιστεύω ότι δεν υπάρχει πιο όμορφη σε ολάκερο τον κόσμο. Με φόντο τις ορθόδοξες εικόνες, τον Παντοκράτορα στο κέντρο του Ναού και την Πλατυτέρα των Ουρανών με ορθάνοιχτη την αγκαλιά της στο βάθος του τρούλου. Όλα μαζί, σε συνδυασμό με την αγάπη σου στο πρόσωπό του Θεού, σε κάνουν να είσαι σίγουρος ότι: Ναι, είσαι εδώ και μ’ ακούς, Κύριε. Σ’ ευχαριστώ! Αρκετές Εκκλησίες της πόλης κρατάνε ακόμα την παλιά Ελληνορθόδοξη γραμμή. Το κάθισμα σε στασίδι. Το ξύλινο τέμπλο, σκαλισμένο σε βυζαντινό ρυθμό γεμάτο όμορφες παραστάσεις. Ο σταυραετός αναπόσπαστο σύμβολο της Ρωμιοσύνης. Κομμάτι της πίστεως, που ο καθένας ξεχωριστά διαφυλάσσει μέσα στη μνήμη του από την πρώτη Πατρίδα, τη Μάννα Ελλάδα!», αναφέρει σε κάποιο σημείο του βιβλίου της η Γεωργία Καραβέργου – Γκριμούλα. Και σε ένα άλλο σημείο του βιβλίου παρουσιάζει κάποιες «Ορθόδοξες Μοναστηριακές φωλιές», όπως είναι «η δημιουργία ενός αγίου αξιοσέβαστου ανθρώπου, του Γέροντος Εφραίμ», στην Αριζόνα των ΗΠΑ. «Σε λίγες μέρες, με τη βοήθεια του Θεού, αντίκρισα την είσοδο του Μοναστηριού. Με το που πάτησα το πόδι εκεί, ένιωσα μεμιάς ότι ήμουν στην πατρίδα. Στη μάνα Ελλάδα».