Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά

Για μια ποιητική της πόλης…

Η ζωγραφική του Σταύρου Αποστόλου ως έκφραση των δυνατοτήτων του τόπου μας

Του Αντώνη Κάλφα1 Ένα χρόνο μετά τη γέννηση του Σταύρου Αποστόλου, ο Λουκάς Βενετούλιας, ο πρόωρα χαμένος σπουδαίος Θεσσαλονικιός ζωγράφος (1934-1984) πραγματοποιεί την τελευταία του ατομική έκθεση στη Θεσσαλονίκη (γκαλερί «Κοχλίας», 1983). Στα έργα του αυτά δίνει έμφαση στις γιγαντοαφίσες, στη διαφήμιση, στα μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα της Θεσσαλονίκης.

Όπως επισημαίνει σε σχετική του μελέτη ο Μιλτιάδης Παπανικολάου («Λουκάς Βενετούλιας, 1930-1984») «πίσω από τη φαινομενική σιωπή και την παντελή απουσία του ανθρώπου κρύβεται η παθολογία των σύγχρονων πόλεων. Όλα δίνουν την αίσθηση της γρήγορης και αστραπιαίας μεταβολής που ο ζωγράφος παρακολουθεί παθητικά, ανήμπορος να αντιδράσει. Τη λεπτή αίσθηση των ‘μικρών πραγμάτων’ και την ποίηση της λεπτομέρειας των πρώτων ομοειδών έργων αντικατέστησε τώρα η ισοπεδωτική εικόνα ενός μαζικού πολιτισμού, που χάρη στα μέσα επικοινωνίας επεκτάθηκε παντού».
Στην πρώτη του ατομική έκθεση ο Αποστόλου, κυρίως λάδια με τοποφιλικό θεματολόγιο, εξέχουσα θέση κατέχει η μέριμνα για τα μικρά πράγματα που αρθρώνουν τον ιστορικό και αισθητικό ιστό της Κατερίνης. Ο ζωγράφος επιμένει να μας δώσει, έτσι όπως αυτός το αντιλαμβάνεται, μέσα από την τεχνική του και τις λαμπρές αρχιτεκτονικές σπουδές του αλλά και τον κοινωνιολογικό και αισθητικό προβληματισμό του (Άλντο Ρόσσι, Αντόνιο Λόπεθ), το πνεύμα του τόπου του.
Ακριβώς όπως πολλοί ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης αγάπησαν και ζωγράφισαν ο καθείς με τον τρόπο τους την πόλη τους (Πεντζίκης, Βενετούλιας, Παραλής, Παπανάκος, Λεφάκης, Χρηστίδου, Ζογλοπίτης κ.ά., βλ. το ωραίο βιβλίο του Π. Σφυρίδη «Δώδεκα ζωγράφοι της Θεσσαλονίκης») έτσι και ο Σταύρος Αποστόλου μιλά για την πόλη του κι ας μη διαθέτει η Κατερίνη το πολύχρωμο (βυζαντινό κυρίως αλλά και πολυπολιτισμικό) παρελθόν της Θεσσαλονίκης.
Η Κατερίνη για τον Αποστόλου έχει ανάγκη να βρει το αισθητικό της πρόσωπο, να γνωρίσει στον πολίτη της το πνεύμα του τόπου στον οποίο ζει και εργάζεται και για τον λόγο αυτόν χρειάζεται να επανεκπαιδευτούν οι πολίτες της —και όχι οι ‘κάτοικοι’, μια που ο όρος αυτός παραπέμπει στη δημογραφία και μόνον. Χρειαζόμαστε, είναι σαν να μας λέει ο ζωγράφος, να αποκτήσουμε την αίσθηση του ανήκειν σε έναν τόπο, σε αυτό που μας συγκροτεί και μας περιβάλλει καθημερινά, γιατί αυτό που είναι γύρω μας είναι κομμάτι της καθημερινής ζωής και δεν έχει μουσειακό, ουδέτερο χαρακτήρα. Τα κτήρια μέσα στα οποία ζούμε και κινούμαστε, τα δημόσια μνημεία, τα πάρκα, οι πλατείες και οι γωνιές της πόλης διαπλάθουν τον χαρακτήρα μας, μέσω αυτών καλλιεργείται η συλλογική αίσθηση, το πνεύμα της συλλογικής μας ταυτότητας και τελικώς η ευθύνη για τη μοίρα του.
Οι μισοί σχεδόν πίνακες απεικονίζουν δημόσια μνημεία και σπουδαία αρχιτεκτονικά μνημεία της πόλης του περασμένου κυρίως αιώνα. Κυριαρχεί η κεντρική πλατεία Ελευθερίας, καλλιτεχνημένη πάνω σε δύο φωτογραφημένες εκδοχές της. Η μία του 1924 όπου η πόλη (δεν αριθμούσε τότε τις δέκα χιλιάδες) εικονίζεται με τη λιτότητα της στοιχειώδους πλατείας αλλά με κυρίαρχα την ανοικοδόμητη ακόμη πόλη και τα πέριξ αυτής βουνά ενώ η δεύτερη αποτελεί δημιουργικό ζωγραφικό απείκασμα της φωτογραφίας (1956) του μείζονος φωτογράφου του 20ού αιώνα Σάββα Τσιλιγγιρίδη. Το ωραίο σε αυτήν τη ρεαλιστική αναπαράσταση είναι η επιλογή των χρωμάτων με το κίτρινο να κυριαρχεί φέρνοντας στο νου μας κάτι από τη μεταφυσική τοπιογραφία των πόλεων του Βολιώτη Ντε Κίρικο αφού η πλατεία εμφανίζεται εδώ χωρίς ανθρώπους, χωρίς κίνηση και ζωντανή παρουσία.
Άλλες πολυζωγραφισμένες και ευρέως γνωστές όψεις της πόλεις είναι αυτές που περιγράφουν με ελαφρώς ιμπρεσσιονιστικές πινελιές τον αλβανικό τεκέ, κτίσμα τού τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα, το δημοτικό πάρκο και το συντριβάνι, το ωραίο κτίριο του Καπνικού Σταθμού με τις λευκές σαν νησιώτικες εκκλησίες όψεις και την παράλληλη σειρά των φυτωρίων (λαμπρά δείγματα των αρχιτεκτονικών κατακτήσεων της μεταπολεμικής Κατερίνης με τον καπνικό σταθμό να επιβιώνει επιτυχώς ως κτίσμα χάρη στην Εθελοντική Ομάδα Δράσης).
Το ωραίο οίκημα στο οποίο βλέπουμε το μανάβικο απέναντι από το Χατζόγλειο Μέγαρο συμπληρώνει την εικόνα μιας κάποτε προνομιούχας και με ευαισθησία πόλης, ικανής να παράγει διάλογο με τις αστικές αισθητικές κατακτήσεις της εποχής της. Στην όψη του 3ου Δημοτικού Σχολείου ο Αποστόλου ρίχνει το βάρος στο νεωτερικό εξωτερικό τού κτηρίου, κάνοντάς το να θυμίζει Μόντριαν (παρεμπιπτόντως, σε μικτή τεχνική και με τίτλο «Αφιέρωμα στον Μόντριαν» ο Λουκάς Βενετούλιας το 1973 είχε τιτλοφορήσει έναν παρόμοιο πίνακά του).
Παράλληλα, ένας ακόμη στόχος του Αποστόλου φαίνεται να είναι και η αναζήτηση της αληθινής πόλης πέρα από τις ωραιοποιημένες όψεις της. Η πόλη, δηλαδή, ενώ διαθέτει αρετές (μνημεία, πάρκα, κεντρική πλατεία, μανάβικα, σπίτια) έχει υποστεί και κακοποίηση, αισθητικές μεταλλάξεις (αδιάφορες γκρίζες πολυκατοικίες όπως αυτές του Νοσοκομείου Κατερίνης, ακάλυπτοι χώροι, άσχημες πανομοιότυπες κατασκευές κλπ.) με συνέπεια να παρακμάζει αισθητικά και να αποκοινωνικοποιείται. Στο σημείο αυτό, οι έξυπνες νύξεις του ζωγράφου μάς επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε πτυχές της προιούσας κατάρρευσης έτσι ώστε ο θεατής/ πολίτης να σταθεί κριτικά απέναντι σε χώρους τού τώρα και να αναρωτηθεί ενδεχομένως γύρω από το πώς, με τι υλικά θα πρέπει να χτίσουμε το μέλλον. Για παράδειγμα, στον πίνακα του μανάβικου (κτίσμα της δεκαετίας του 1930 στην οδό Ειρήνης, Πλατεία Ηρώων) ενώ απεικονίζονται με θερμό τρόπο όσα βρίσκονται στο πεδίο του περαστικού θεατή (φρούτα, τα στοιχεία του νεοκλασικίζοντος σπιτιού με τα παραθυρόφυλλα κλπ.) ο άνω χώρος (μπαλκόνια των παρακείμενων μεταγενέστερων πολυκατοικιών, ηλιακοί θερμοσίφωνες) εμφανίζεται μουντός, κρύος, γκρίζος, συνυποδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό τη φθορά που υπέστη το κτίσμα, την αλλοτρίωσή του από τα νέα, μοντέρνα υλικά και την αισθητική γύμνια τού μαζικού τεχνολογικού πολιτισμού τού σήμερα.
Αξίζει λοιπόν να δει ο Κατερινιώτης την έκθεση με τα καλοδουλεμένα έργα του Σταύρου Αποστόλου και για έναν ακόμη λόγο. Μπορεί να μην έχουμε ως τώρα αποκτήσει μια συνολική εικόνα της παραγωγής των καλλιτεχνών μας (και δεν πρόκειται να την αποκτήσουμε όσο δεν διαθέτουμε μια στοιχειώδη Δημοτική Πινακοθήκη ούτε καταλόγους έργων πιεριέων ζωγράφων) υπάρχουν ωστόσο και δρουν στην πόλη μας μια σημαντική ομάδα σπουδαγμένων ή αυτοδίδακτων ζωγράφων οι οποίοι χάρισαν και χαρίζουν το πολύτιμο βλέμμα τους στην πόλη και την ιστορία της: από τις νατουραλιστικές αποτυπώσεις (Σταθακόπουλος, Γκόγκος, Ποικιλίδου) και την μοντέρνα, αφαιρετική τεχνική (Καραμήτας, Ηλιάσκου, Χαριτόπουλος, Σαλασίδης, Ιωαννίδης) μέχρι την βυζαντινότροπη με στοιχεία ιδιοπροσωπίας ζωγραφική του Νίκου Γραίκου. Ένα επιπλέον, τέλος, παρήγορο γεγονός είναι πως στη γενιά του Σταύρου Αποστόλου δημιουργούν και παράγουν ευάριθμοι έστω εικαστικοί αλλά με αναγνωρισμένο ύφος: Γιώργος Τζινούδης, Γιώργος Σταμκόπουλος, Δημήτρης Μπάκας, Τόλης Τατόλας.
[Γκαλερί-βιβλιοπωλείο Μάτι, μέχρι 10 Ιανουαρίου]