Τα Ολύμπια Νέα

Απόψεις

Ομάδα που χάνει, αλλάζει

Άρθρο γνώμης

 

1Του Γιώργου Στείρη,

Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας

Του Πανεπιστημίου Αθηνών  

Οι προπονητές ποδοσφαίρου υποστηρίζουν ότι «ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει». Αυτό λογικά συνεπάγεται ότι ομάδα που χάνει πρέπει να αλλάξει. Η ομάδα της Νέας Δημοκρατίας ηττήθηκε στις ευρωεκλογές του 2014, στις εκλογές του Ιανουαρίου και στο δημοψήφισμα εντός του 2015, αλλά δεν άλλαξε. 

 

Οπότε το αποτέλεσμα των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν περίπου προδιαγεγραμμένο, άλλη μια ήττα, μια οικτρή αποτυχία. Αυτή την φορά πιο οδυνηρή από ποτέ, επειδή η Νέα Δημοκρατία είχε απέναντί της την χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης, η οποία διακρίθηκε στην αποδιάρθρωση όσων δομών του κράτους και της κοινωνίας είχαν επιβιώσει από την λαίλαπα των τελευταίων ετών. Είναι αδιανόητο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ξανακέρδισε, εύκολα μάλιστα, μετά τα όσα εκτυλίχθηκαν τους περασμένους μήνες και την διάσπασή του. Κατήγαγε εκλογικό θρίαμβο γιατί η σημερινή Νέα Δημοκρατία εξεμέτρησε τον βίο της, δεν μπορεί να πείσει και να εμπνεύσει.

Από το 2009 η ελλαδική κεντροδεξιά έχει εισέλθει σε περιδίνηση. Όταν ο Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος ίδρυσε την Νέα Δημοκρατία (1974), επεδίωξε συστηματικά να απομακρύνει όλα τα σταγονίδια του σκοτεινού δεξιού παρελθόντος και να περιθωριοποιήσει τους γραφικούς δεξιούς ώστε αυτή να γίνει ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκού χαρακτήρα και περιεχομένου, συντηρητικό κόμμα. Στην μακρά περίοδο της πολιτικής κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ η Νέα Δημοκρατία μεταλλάχθηκε. Απώλεσε προοδευτικά το αστικό της DNA και κυριάρχησε στους κόλπους της μια λούμπεν δεξιά, η οποία κατ” ευφημισμόν αποκαλείται «λαϊκή δεξιά». Πρόκειται για μια σκοτεινή ιδεολογικά και φαιδρή πολιτικά δεξιά, δίχως φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, μακριά από τις καταστατικές αρχές του μεταπολιτευτικού καραμανλισμού. Μια δεξιά που σε κάθε ευκαιρία ανατρέχει σε εμφυλιοπολεμικές μνήμες, που αντιδρά φοβικά απέναντι στις νέες κοινωνικές τάσεις και βρίσκεται σε αντίστιξη προς τις αρχές του σύγχρονου φιλελευθερισμού, που αναπαράγει σε επίπεδο πολιτευτών και στελεχών την πολιτική χυδαιότητα του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, που η αισθητική της και το ύφος του λόγου της δεν συνάδουν με τον αστικό χαρακτήρα ενός σύγχρονου συντηρητικού κόμματος.

Ακόμα και μετά το 2012, όταν ύστερα από πολλές παλινωδίες και αστοχίες, ο Σαμαράς υιοθέτησε για μια διετία πολιτικές που θα ανέμενε κανείς από ένα συντηρητικό ευρωπαϊκό κόμμα, πολιτικές δηλαδή που στόχευαν στην αλλαγή φυσιογνωμίας της Ελλάδας και την προσαρμογή της στα τρέχοντα ευρωπαϊκά πρότυπα, η «λαϊκή δεξιά» πολέμησε τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ας θυμηθούμε τα όσα άκουγε ο Στουρνάρας από γραφικούς πολιτικάντηδες εντός της Νέας Δημοκρατίας. Μετά τις ευρωεκλογές του 2014 φάνηκε ολοκάθαρα ότι η Νέα Δημοκρατία είναι ένα παλαιοδεξιό κόμμα, το οποίο αδυνατεί να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, να εκφράσει τον αστικό φιλελεύθερο χώρο και να δώσει προοπτική στην καλύτερα μορφωμένη νεολαία που διέθετε ποτέ η Ελλάδα. Οι ικανοί και πεπαιδευμένοι νέοι, που είναι πάρα πολλοί πια, δεν μπορούν να στρατευθούν σε ένα κόμμα που στο εσωτερικό του δεν σέβεται την αριστεία, ενώ θεωρητικά την διακηρύσσει. Η όποια δύναμη διατηρεί εσχάτως η Νέα Δημοκρατία είναι συγκυριακή, απλά γιατί λειτουργεί ως πόλος συσπείρωσης όσων αποστρέφονται τον ΣΥΡΙΖΑ και ό,τι αυτός εκφράζει.

Αφού η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας πέρασε στον Μεϊμαράκη, δεν υπήρχε πια καμιά αμφιβολία για την ταυτότητα του κόμματος, τόσο σε επίπεδο ουσίας όσο και συμβολισμών. Πάνω από όλα το κόμμα, ο μηχανισμός. Καμιά σημασία στην κοινωνία. Μια λογική σοβιετικού τύπου, όπου η κοινωνία υπάρχει για να συντηρεί την κομματική νομενκλατούρα. Για αυτό και ο στενός πυρήνας των κομματικών της Νέας Δημοκρατίας ενθουσιάστηκε με τον Μεϊμαράκη και πίνει νερό στο όνομά του. Είναι ο άνθρωπός τους, αυτός που εξασφαλίζει ότι το κόμμα θα παραμείνει συμπαγές και όπως ακριβώς είναι, δεν θα αλλάξει τίποτα στην ουσία. Άρα όσοι το νέμονται θα παραμείνουν στις θέσεις τους, ελπίζοντας ότι θα έλθει κάποια στιγμή το πλήρωμα του χρόνου, θα φθαρεί δηλαδή ο Τσίπρας, ώστε κατόπιν να επανέλθουν στην εξουσία και να την απολαύσουν. Είναι ενδεικτική η επιλογή του Μεϊμαράκη να μην ανανεωθούν τα ψηφοδέλτια. Συμπληρώθηκαν μόνο οι θέσεις όσων οικειοθελώς αποχώρησαν. Έτσι εμφανίστηκε το κωμικό φαινόμενο να επιβραβεύονται με την εκ νέου συμμετοχή τους υποψήφιοι που στις προηγούμενες εκλογές είχαν συγκεντρώσει λίγες εκατοντάδες ψήφους, άρα απέτυχαν. Στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας βρήκαν εύκολα θέση άνθρωποι που δεν έχουν πάρει ποτέ δημόσια θέση για κανένα πολιτικό πρόβλημα, που δεν έχουν διακριθεί σε κάτι, που δεν έχουν διοικητική εμπειρία, που δεν τους σέβονται οι κοινωνίες τους, που δεν έχουν πολιτικό λόγο και παπαγαλίζουν τα πολιτικά παιδαριώδη non papers της Συγγρού. Αρκεί να είναι κομματικοί στρατιώτες, φίλοι και συγγενείς «παραγονταραίων» του κόμματος.