Τα Ολύμπια Νέα

Ελλάδα

Χτυπάει κόκκινο η ανεργία

Αντιστροφή της πτωτικής τάσης της ανεργίας δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ

Αντιστροφή της πτωτικής τάσης που είχε αρχίσει να καταγράφει η ανεργία από το καλοκαίρι του 2014 σημειώθηκε στο τρίμηνο Ιανουαρίου – Μαρτίου 2015. Συγκεκριμένα, η ανεργία στο πρώτο τρίμηνο του 2015 neoi-anergiaδιαμορφώθηκε στο 26,6%, έναντι 26,1% στο διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2014.

Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) στο πρώτο τρίμηνο 2015 ο αριθμός των απασχολούμενων ανήλθε σε 3.504.446 άτομα και των ανέργων σε 1.272.541. Το ποσοστό ανεργίας ήταν 26,6%, έναντι 26,1% του προηγούμενου τριμήνου και 27,8% του αντίστοιχου τριμήνου 2014.
Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, βρήκαν απασχόληση 146.709 άτομα, τα οποία δήλωσαν ότι ήταν άνεργα πριν από ένα έτος. Παράλληλα, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, 41.874 άτομα μετακινήθηκαν από τον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό σε θέσεις απασχόλησης.
Αντίθετα, 131.342 άτομα, τα οποία ένα χρόνο πριν ήταν απασχολούμενα, σήμερα είναι άνεργα και άλλα 65.115 άτομα που ήταν απασχολούμενα, είναι πλέον οικονομικά μη ενεργά. Επιπλέον, 118.803 άτομα, που πριν ένα έτος ανήκαν στον οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό, εισήλθαν στην αγορά εργασίας αναζητώντας απασχόληση, αλλά είναι άνεργα.
Η απασχόληση μειώθηκε κατά 0,9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο ενώ αυξήθηκε κατά 0,6% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2014. Ο αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 2,1% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και μειώθηκε κατά 5,2% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2014.
Το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (30,6%) είναι σημαντικά υψηλότερο από των ανδρών (23,5%). Το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στους νέους ηλικίας 15-24 ετών (51,9%), το οποίο στις νέες γυναίκες φθάνει στο 57,0%.
Η κατανομή της ανεργίας, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο εκπαίδευσης, έχει ως εξής: το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται σε όσους έχουν πάει Μερικές τάξεις Δημοτικού/Δεν έχουν πάει καθόλου σχολείο (49,2%). Τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε όσους έχουν διδακτορικό ή μεταπτυχιακό (12,9%) και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (19,8%).
Από το σύνολο των ανέργων που αναζητούν μισθωτή απασχόληση, το 14,3% αναζητά αποκλειστικά πλήρη απασχόληση, ενώ το 79,3% αναζητά πλήρη αλλά στην ανάγκη είναι διατεθειμένο να εργαστεί και με μερική απασχόληση. Τέλος, το 6,4% είτε αναζητά μερική απασχόληση είτε δεν ενδιαφέρεται αν θα βρει μερική ή πλήρη απασχόληση.
Ποσοστό ανέργων, 5,9%, απέρριψε, κατά τη διάρκεια του α’ τριμήνου του 2015, κάποια πρόταση ανάληψης εργασίας για διάφορους λόγους, κυρίως επειδή: α) δεν εξυπηρετούσε ο τόπος εργασίας (26,6%), β) δεν ήταν ικανοποιητικές οι αποδοχές (23,8%), γ) δεν εξυπηρετούσε το ωράριο (18,6%).
Το ποσοστό των ανέργων που δεν έχουν εργαστεί ποτέ στο παρελθόν, ανέρχεται στο 23,2% του συνόλου των ανέργων ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι (αυτοί που αναζητούν από 12 μήνες και άνω εργασία, ανεξάρτητα αν είναι «νέοι» ή «παλαιοί» άνεργοι), αποτελούν αντίστοιχα το 71,6%.
Το ποσοστό ανεργίας των ατόμων με ξένη υπηκοότητα, είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων υπηκόων (34,8% έναντι 26,0%). Επίσης, το 70,0% των ξένων υπηκόων είναι οικονομικά ενεργό, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων το οποίο είναι 50,5%.
Σε επίπεδο Περιφέρειας το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στη Δυτική Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία με 29,0%, καθώς και στις Ιόνιες Νήσους με 28,9%. Στον αντίποδα, το μικρότερο ποσοστό ανεργίας παρατηρείται στο Βόρειο Αιγαίο με 20,2% και στην Πελοπόννησο με 23,9%.
Εξετάζοντας την εξέλιξη του αριθμού των απασχολουμένων, ανά τομέα της οικονομίας, παρατηρείται ότι στον πρωτογενή τομέα καταγράφεται μείωση 0,1% στον αριθμό των απασχολούμενων σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό τρίμηνο. Στον δευτερογενή παρατηρείται αύξηση 1,1% στον αριθμό των απασχολούμενων και στον τριτογενή μείωση 0,2%.
Το ποσοστό της μερικής απασχόλησης ανέρχεται στο 10,0% του συνόλου των απασχολουμένων. Από το υποσύνολο αυτό των εργαζομένων το 68,5% έκανε αυτή την επιλογή διότι δεν μπόρεσε να βρει πλήρη απασχόληση, το 6,7% για άλλους προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους, το 3,4% γιατί εκπαιδεύεται, το 2,6% διότι φροντίζει μικρά παιδιά ή εξαρτώμενους ενήλικες και το 18,8% για διάφορους άλλους λόγους.
Το ποσοστό των μισθωτών, το οποίο εκτιμάται σε 64,0%, εξακολουθεί να είναι χαμηλότερο του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία ανέρχεται στο 83,5% του συνόλου των απασχολουμένων.