Τα Ολύμπια Νέα

Ελλάδα

Για έναν έντιμο συμβιβασμό

1Στις Βρυξέλλες ο πρωθυπουργός

Την πεποίθηση ότι η πολιτική ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα προσχωρήσει στον ρεαλισμό εξέφρασε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας για το ταξίδι του στις Βρυξέλλες, όπου χθες το βράδυ είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Ο πρωθυπουργός είπε επίσης ότι η Αθήνα δεν έχει λάβει κάποια σχόλια για την πρόταση που απέστειλε στους θεσμούς το βράδυ της Δευτέρας, αλλά ούτε και έχει λάβει ακόμη στα χέρια της την πρόταση των θεσμών. Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι δέχθηκε με χαρά την πρόσκληση του κ. Γιούνκερ να μεταβεί στις Βρυξέλλες για να συζητήσει την ελληνική πρόταση για έναν «έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό», που έχει στόχο να βγάλει την Ελλάδα από την ασφυξία και να βάλει τέλος στα σενάρια ενός Grexit. Στην συνάντηση Γιούνκερ – Τσίπρα τελικά δεν ήταν ο επικεφαλής του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, αφού σύμφωνα με όσα δήλωσε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν Μ.Σχοινάς, η πρόσκληση Γιούνκερ προς Τσίπρα αφορούσε μόνο τον έλληνα πρωθυπουργό και ήταν «προσωπική». Νωρίτερα, πηγές της Ευρωζώνης είχαν διαρρεύσει ότι στη συνάντηση θα ήταν και ο κ. Ντάισελμπλουμ. Ωστόσο, φαίνεται πως η συμμετοχή του ακυρώθηκε λόγω ενστάσεων από την ελληνική πλευρά. Ανάλογα με τις εξελίξεις στη συνάντηση Τσίπρα – Γιούνκερ, ο έλληνας πρωθυπουργός είναι πιθανόν να έχει τηλεδιάσκεψη με την Ανγκελα Μέρκελ και τον Φρανσουά Ολάντ. Η δήλωση του πρωθυπουργού έχει ως εξής: «Από το βράδυ της Δευτέρας η ελληνική κυβέρνηση έχει καταθέσει επισήμως την πρότασή της προς τους θεσμούς, για έναν έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό, που θα δώσει ένα τέρμα στην κρίση στην Ευρώπη και βεβαίως θα δώσει την δυνατότητα στην Ελλάδα να ξεφύγει από αυτή την ασφυξία την οικονομική αλλά και περιθώρια ανάκαμψης, θα δώσει τέλος στα σενάρια για grexit, θα δώσει τέλος στα σενάρια της καταστροφής. » Μέχρι σήμερα δεν έχουμε πάρει σχόλια πάνω στην πρόταση αλλά ούτε κάποιο άλλο κείμενο, όπως ακούμε από την πλευρά των θεσμικών ετέρων. Προχθες βράδυ δέχθηκα πρόσκληση από τον πρόεδρο της Κομισιόν τον κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ να μεταβώ στις Βρυξέλλες προκειμένου να συζητήσουμε από κοντά. » Με μεγάλη χαρά ανταποκρίθηκα θετικά για να συζητήσουμε πάνω στην πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης, να του εξηγήσω ότι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε είναι αναγκαίο οι θεσμοί και κυρίως η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης να προσχωρήσει στον ρεαλισμό πάνω στον οποίο κινείται εδώ και τρεις μήνες η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματευόμενη τα δίκαια του ελληνικού λαού προς όφελος μίας ενωμένης Ευρώπης που σήμερα είναι αναγκαία για τους λαούς όσο ποτέ. » Χρειαζόμαστε την ενότητα, πρέπει να αποφύγουμε την διαίρεση, είμαι βέβαιος ότι η πολιτική ηγεσία της Ευρώπης θα κάνει αυτό που πρέπει, θα προσχωρήσει στον ρεαλισμό». Στις Βρυξέλλες τον πρωθυπουργό συνοδεύουν ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης, ο υπουργός Επικρατείας Ν. Παππάς, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Σακελλαρίδης, ενώ επί τόπου θα ενσωματωθεί στην αποστολή και ο αναπληρωτής υπουργός Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων Ευκλ. Τσακαλώτος.

Ντράγκι: Θέλουμε την Ελλάδα στο Ευρώ
Συγκρατημένος αλλά απόλυτα σαφής ως προς τις προθέσεις της ΕΚΤ έναντι της Ελλάδας ήταν ο επικεφαλής της Μάριο Ντράγκι.
Αν και τόνισε στην αρχή της συνέντευξής του – η οποία ακολούθησε τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, στην οποία τα βασικά επιτόκια της Ευρωζώνης παρέμεινα αμετάβλητα – ότι δεν μπορεί να σχολιάσει οποιαδήποτε πρόταση είτε αυτή προέρχεται από τους Θεσμούς είτε από την ελληνική πλευρά, καθώς «οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη».
Έσπευσε να υποστηρίξει, εκ νέου, ότι η ΕΚΤ επιθυμεί η Ελλάδα να παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης, υπογραμμίζοντας ότι «πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι ο βασικός στόχος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ είναι η Ελλάδα να παραμείνει στο ευρώ. Ως εκ τούτου θα πρέπει να υπάρξει μία «ισχυρή» συμφωνία, η οποία θα είναι από τη μία πλευρά κοινωνικά δίκαιη, ενώ από την άλλη θα πρέπει να στηρίξει τόσο την ανάπτυξη όσο και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος».
Απατώντας σε ερώτηση για το κατά πόσο η ΕΚΤ είναι πρόθυμη να χαλαρώσει τους κανόνες που ισχύουν για τα ελληνικά ομόλογα αλλά και έντοκα γραμμάτια, ήταν κάτι παραπάνω από σαφής, δηλώνοντας πως για να συμβεί αυτό «θα πρέπει να υπάρξει αξιόπιστη προοπτική ότι θα επέλθει επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος αλλά και νέα συμφωνία, προκειμένου να υπάρξει αλλαγή σε ό,τι αφορά το όριο για τα ελληνικά έντοκα γραμμάτια. Δεν βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο».
Παραδέχθηκε ότι ο νέος στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα που θα πρέπει να επιτύχει η Αθήνα θα πρέπει να τεθεί αφού συνυπολογιστεί «η τρέχουσα, αδύναμη, κατάσταση της ελληνικής οικονομίας»