Τα Ολύμπια Νέα

Τοπικά Νέα

Η σπηλιά στον Όλυμπο

Από το βιβλίο του αείμνηστου Απόστολου Γ. Τσακούμη «Βασίλειος Ιθακήσιος, ο ζωγράφος του Ολύμπου»

h-spilia-ston-olympo

….. στις 7 Μαρτίου 1928 ο Κάκκαλος ανέβασε για πρώτη φορά τον καλλιτέχνη στον Μύτικα. Κατεβαίνοντας του υπέδειξε μια σπηλιά, στην ουσία ένα κοίλωμα βράχου, κοντά στη πηγή του Στράγκου, σε μικρή απόσταση απ’ το Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και τα Πριόνια και επί πλέον κοντά στα μέρη που το καλοκαίρι θ’ ανέβαζαν τα κοπάδια τους οι κτηνοτρόφοι. Για κάθε βοήθεια επεστράτευε τον γιό του Γεώργιο Χρ. Κάκκαλο, που με ένα υποζύγιο θα μπορούσε να τον εξυπηρετεί στις καθημερινές του ανάγκες για τροφοδοσία και μετακινήσεις. Όλοι μαζί συμμάζεψαν, όσο γινόταν, το χώρο της σπηλιάς, ώστε να χρησιμεύσει στον ζωγράφο σας εργαστήριο, ορμητήριο και καταφύγιο.

Αυτή τη σπηλιά την ταπεινή, ο Ιθακήσιος τη διαρρύθμισε και την ευπρέπισε έτσι ώστε, όταν έμπαινε κανείς σ’ αυτήν, πρόσεχε να μη λερώσει. Είχε «γιατάκια», χωρισμένα με λεπτούς κορμούς δένδρων και στρωμένα με ένα παχύ στρώμα από κλαδιά ελάτων και φτέρης. Είχε δυο πεζούλια στις άκρες της, ένα καναπεδάκι από κορμούς δένδρων στο χείλος της σπηλιάς, καθίσματα και τραπεζάκια καμωμένα με χοντρά κλαδιά.

Ο Χρήστος Κάκκαλος πολλές φορές του έκανε παρέα στη σπηλιά. Με τον ερχομό του καλοκαιριού, του έμαθε όλα τα μονοπάτια, τις διαδρομές αναρρίχησης στο Μύτικα και το Στεφάνι (Θρόνος Διός), τον τρόπο της παρακολούθησης των αγριοκάτσικων στα «γρέκια» τους και στη βοσκή τους, τα δύσκολα περάσματα του Ολύμπου και τον κατέβασε στα τρομερά Καζάνια, αυτόν τον φυσικό θάλαμο της τετραπλής αντηχήσεως. Κι ο Ιθακήσιος συμμάζευε τη σπηλιά του, αποτύπωνε με το μυαλό του και τη φωτογραφική του μηχανή τοπία και θέσεις και μάθαινε, σπούδαζε, ζούσε τον Όλυμπο.

(…) Μια μέρα καλοκαιρινή θέλησε να ζωγραφίσει εκ του φυσικού μια θύελλα που προμηνυόταν. Ας παρακολουθήσουμε όμως τον ίδιο τον καλλιτέχνη να περιγράφει την περιπέτειά του αυτή σε γράμμα του, που συνήθιζε να αντιγράφει και να στέλνει στα γηρατειά του σε φίλους και γνωστούς, που εντοπίσαμε στα χέρια του κ. Ξενοφώντα Πλαδή:

Σπηλιά Άσυλο Μουσών. Το όνομα αυτό το έδωσα ύστερα από μια περιπέτεια που πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου πάνω στον Όλυμπο. Σε κάποιο προμήνυμα θύελλας, επήρα τα σύνεργά μου και πήγα να δοκιμάσω αν μπορώ να ζωγραφίσω μια θύελλα εκ του φυσικού, νομίζοντας ότι θα μπορούσε η θύελλα να μου ποζάρει, όπως μου ποζάριζε στα νειάτα μου μια κοπέλα. Σ’ αυτό γελάστηκα.

Ανέβηκα λοιπόν αρκετές δεκάδες μέτρα από τη Σπηλιά και ταμπουρώθηκα πρόχειρα κάπου, μην τύχει και μου ξεφύγει και έπιασα δουλειά. Στην αρχή ήταν μόνον αέρας δυνατός με αντάρες, που ήταν περισσότερο από δαιμονισμένος. Σε λίγο άρχισαν τα μπουμπουνητά με κεραυνούς και χαλάζι και με ένα σίφουνα, που ενόμιζες ότι τα δένδρα «θα τραπούν εις φυγήν», που μου ήτο πια αδύνατον να μετακινηθώ από το βράχο που λίγο μόνον με επροστάτευε. Ήλθαν δε τόσο απότομα όλα αυτά, που αναγκάστηκα να ρίξω κατάχαμα πίνακα με θύελλα και σύνεργα μαζί και να πέσω κι εγώ αποπάνω τους για να τα προστατεύσω από τον αέρα και τη βροχή. Αυτό κράτησε αρκετή ώρα. Τόση, που βρήκε καιρό ο κρύος αέρας με το χαλάζι μαζί να με δείρουν και να με μελανιάσουν. Όταν κατέβηκα στη Σπηλιά και άναψα το τζάκι μου και συνήλθα, είπα τότε ότι αυτή είναι ένα άσυλο για μένα και τότε πάλι θυμήθηκα τις μούσες που εδιαιτώντο και αυτές στα δάση του Ολύμπου και της έδωσα το όνομα: ΑΣΥΛΟ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ.

Από το βιβλίο του Απόστολου Γ. Τσακούμη Βασίλειος Ιθακήσιος, ο ζωγράφος του Ολύμπου, 1994, σειρά «Μελέτες και Έρευνες» του δήμου Λιτοχώρου

ithakisios