Τα Ολύμπια Νέα

Τοπικά Νέα

Την είδαν… Βρετανοί!

Το ΚΑΣ ζητά να μην επιστραφούν τα αρχαία της βόρειας Πιερίας στον τόπο τους

5a2cf6911a149926c5656ca7803a27ef_XL

«Τουλάχιστον 8.000 αντικείμενα συντηρημένα, που βρέθηκαν στις αρχαιολογικές ανασκαφές της Β. Πιερίας, βρίσκονται στις αποθήκες του μουσείου της Θεσσαλονίκηςεπειδή δεν υπάρχει η υποδομή να τα φιλοξενήσουμε εδώ, ούτε καν σε αποθήκες», δήλωνε ο υπεύθυνος Αρχαιολόγος για την περιοχή της Β. Πιερίας, Μάνθος Μπέσιος, τον Ιούλιο του 2006 στην ΕΠΤΑ. Ο ίδιος σε ερώτηση της Χριστίνας Ι. Σιδηροπούλου, αν μπορεί να γίνει ένα μουσείο στη Β. Πιερία και αν μπορούμε να φέρουμε τα αρχαία μας στον τόπο τους απαντούσε : «Υπάρχουν οι προδιαγραφές να γίνει ένα από τα ωραιότερα μουσεία σε όλη τη Β. Ελλάδα. Το υλικό υπάρχει. Να έρθουν τα αρχαία στον τόπο τους όπως της Βεργίνας που τόσα χρόνια ήταν στη Θεσσαλονίκη και τώρα έχουν μεταφερθεί στον τόπο τους». 

 

Πριν το 2006 ακόμα, ο κ. Μπέσιος ζητούσε την κατασκευή αποθήκης και εργαστηρίου φύλαξης και ανάδειξης των αρχαιολογικών ευρημάτων της περιοχής.

 

Στην πλατεία του Μακρυγιάλου κατασκευάστηκε το 1987, με χρηματοδότηση της ΕΡΓΟΣΕ κτίριο για να εξυπηρετεί αυτούς τους σκοπούς. Ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να εγκριθεί από το ΚΑΣ η κατασκευή – διαμόρφωση αποθηκευτικών χώρων, γραφείων, αρχείου και εργαστηρίου συντήρησης. Ουσιαστικά οι εργασίες που ξεκίνησαν στο τέλος του 2011, συνεχίζονται μέχρι και σήμερα και να αναμένεται να ολοκληρωθούν άμεσα.

 

Και ενώ όλα έδειχναν πως σύντομα θα επιστρέψουν στην Πιερία τα ευρήματα που βρίσκονται θαμμένα στις αποθήκες του αρχαιολογικού μουσείου Θεσσαλονίκης, το υπουργείο Πολιτισμού ζήτησε πριν λίγες μέρες από την προϊσταμένη ΚΖ εφορείας αρχαιοτήτων Ελένη Παπασταύρου και από δύο συνεργάτες της, εντός της τρέχουσας εβδομάδας να υποβάλλουν «νέα μουσειολογική μελέτη». Σύμφωνα με πληροφορίες της «Π», η νέα μουσειολογική μελέτη θα περιλαμβάνει γιαέκθεση μόνο τα ευρήματα που βρίσκονται στην αποθήκη του μουσείου του Μακρυγιάλου, εξαιρώντας αυστηρά τα 8000 (και πλέον) ευρήματα που μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και ευρήματα – αγάλματα ιδιαίτερης αρχαιολογικής σημασίας,  που βρέθηκαν πρόσφατα στην περιοχή.

Ειδικότερα, στην συνεδρίαση του συμβούλιο Μουσείων του ΚΑΣ την περασμένη Παρασκευή ετέθη για πρώτη φορά θέμα μόνιμης έκθεσης και φύλαξης των ευρημάτων της Β. Πιερίας (όπως χρυσά στεφάνια, γλυπτά, αρχαία ιατρικά εργαλεία υψίστης σημασίας), στην Θεσσαλονίκη.

 

Προφανώς αυτό αποτελεί επιθυμία της σημερινής διεύθυνσης του αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, και δη της διευθύντριας κ. Πολυξένης Βελένη, αν και η ίδια τον Γενάρη του 2006 από τη θέση της ως προϊσταμένη τότε της ΚΖ Εφορίας Αρχαιοτήτων, δήλωνε στην ΕΠΤΑ πως «είναι πολιτική απόφαση η δημιουργία μουσείου στην Κατερίνη».

 

Μπορεί στην Κατερίνη το μουσείο να έμεινε «όνειρο θερινής νυκτός», αφού δεν εκδηλώθηκε ποτέ πολιτική βούληση για την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου, για τη Βόρεια Πιερία όμως η «επισκέψιμη μουσειακή αποθήκη» πήρε σάρκα και οστά.

Σημαντικά αρχαιολογικά αντικείμενα που βρέθηκαν στη Β. Πιερία θα παραμείνουν στην αφάνεια. Χιλιάδες ευρήματα που μαρτυρούν την ιστορία της Μακεδονίας, από την νεολιθική έως τη ρωμαϊκή εποχή και είναι θαμμένα στους υπόγειους αποθηκευτικούς χώρους του μουσείου Θεσσαλονίκης αποκλείονται από την έκθεση στο νέο μουσείο Μακρυγιάλου. Η τόσο πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της Β. Πιερίας που είναι άγνωστη στο ευρύ κοινό δεν πρέπει να γίνει έρμαιο προσωπικών φιλοδοξιών.

 

Όσο κι αν επηρεάσει την επισκεψιμότητα του μουσείου Θεσσαλονίκης η (ενδεχόμενη) επιστροφή μέρους των ευρημάτων της Βόρειας Πιερίας στον τόπο τους, πρόκειται για πολύ σημαντική «κίνηση» η οποία αφορά όλη την Πιερία.

 

Η Πιερία είναι μια περιοχή που μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα στον τομέα του πολιτισμού αλλά και του τουρισμού και αυτό πρέπει να επιτευχθεί με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών παραγόντων και ειδικότερα ενόψει των εκλογών που πλησιάζουν.

 

Όσο για το «επιχείρημα» που ενδεχομένως θέτει η κ. Βελένη ότι η επιστροφή των ευρημάτων στον τόπο τους (δηλαδή στην βόρεια Πιερία) θα πλήξει την επισκεψιμότητα του Μουσείου της Θεσσαλονίκης, αυτήν την «ανησυχία», την έχουν απαντήσει εδώ και δεκαετίες συνάδελφοί της σε διεθνές επίπεδο. Άλλωστε, αν δεν υπήρχε πειστική απάντηση για τους λόγους που πρέπει οι αρχαιολογικοί θησαυροί να επιστρέφουν στον τόπο τους (εφόσον υπάρχουν οι ανάλογες υποδομές φιλοξενίας) τότε δεν θα είχε κανένα νόημα η διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα…