Τα Ολύμπια Νέα

Κοινωνικά / Τοπικά Νέα

Μια Πασχαλιά του 1822…

Μαθήματα τοπικής ιστορίας

01-24

 

Την Κυριακή 2 Απριλίου συμπληρώθηκαν 195 χρόνια, από το Πάσχα του 1822 κατά το οποίο η Πιερία έγραψε τη δική της σελίδα στην «εγκυκλοπαίδεια» των αγώνων που οδήγησαν στην απελευθέρωση της νότιας Ελλάδας (αρχικά) και μετέπειτα της Μακεδονίας και τη Θράκης.

Οι εκδηλώσεις μνήμης που έγιναν από τον Σύλλογο Λαζαίων και ο «πανηγυρικός» της ημέρας που εκφωνήθηκε από τον καθηγητή Θανάση Μπίντα, έδωσε την ευκαιρία σε όσους παρακολούθησαν τα δρώμενα να «γνωρίσουν» σημαντικές πτυχές της ιστορίας που σχετίζονται με την διαδρομή της Πιερίας, αλλά και τη συνεισφορά της στην Επανάσταση του 1821. Τα όσα προηγήθηκαν της σφαγής της 2ας Απριλίου 1822, αλλά και τα όσα ακολούθησαν, απλά πιστοποιούν την δίψα των πληθυσμών της Μακεδονίας για ελευθερία. Μπορεί η κατάληξη εκείνων των αγώνων να μην είχε άμεσο αποτέλεσμα, ωστόσο αποτέλεσε σημαντική παρακαταθήκη για την επιτυχή έκβαση του απελευθερωτικού αγώνα το 1912. Η Πιερία πρόσθεσε ήρωες, στο βιβλίο της ιστορίας. Μια ιστορία που δεν διδάσκεται στα σχολεία και η διατήρηση της μνήμης επαφίεται στον πατριωτισμό συλλόγων, εκπαιδευτικών και ανθρώπων που έχουν τη διάθεση να ερευνούν πτυχές της όχι και τόσο γνωστές, αλλά εξίσου σημαντικές.

Στον τόπο αυτό (της Πιερίας), σύμφωνα με τον καθηγητή Θανάση Μπίντα, το πυρ και τα σίδερα ήταν φαινόμενα και πρακτικές από το 1700 αφού συχνά – πυκνά αναζωπυρωνόταν τα επαναστατικά κινήματα, πότε των αρματολών (που μεταβάλλονταν σε κλέφτες) και πότε των κλεφτών (που αναλάμβαναν αρματολίκια) που μάχονταν τα τουρκικά αποσπάσματα και τους Αλβανούς Ντερβεναγάδες.
Στον Όλυμπο, τα Πιέρια, το Βέρμιο, στον Άθω, στη Βέροια, στη Νάουσα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βάλει τάξη ο Τούρκος κατακτητής. Ο Λιτοχωρίτης Λάπας, οι Λαζαίοι, Γιάννης και Κώστας Λιόλιος, ο καπετάν Ζήδρος, ο Νικοτσάρας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος και άλλοι, όπως οι επίσκοποι Πλαταμώνος, Πέτρας, Εδέσσης, Βεροίας, Κοζάνης και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης επιχειρούσαν τον συντονισμό των ενεργειών που θα έφερνε τον ξεσηκωμό.
Είναι τα χρόνια, που περιδιαβαίνει χωριά των Πιερίων ο ΠατροΚοσμάς ο Αιτωλός εμψυχώνοντας με τα κηρύγματά του, τους αρματολούς και τον λαό, μεταλαμπαδεύοντας την πίστη στον Θεό και την Πατρίδα. «Τίποτα από τα ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο ή σταθερό» τους λέει και προσευχόμενος αναφωνεί «Μη σταματάτε σάλπιγγες των Αγγέλων ώσπου να γίνει η κάθαρση, όπου το φώς θα νικήσει το σκοτάδι».
Επιχειρώντας μια αναδρομή στα ιστορικά γεγονότα που έφεραν την «αιματοβαμμένη Πασχαλιά του 1822», ο άνεμος της ιστορίας λυσσομανά πάνω από ερείπια θεσμών και αξιών. Ο Αλή Πασάς χτυπάει την Μηλιά το 1813. Οι οπλαρχηγοί λείπουν όλοι παγιδευμένοι με πρόσκληση του στα Γιάννενα. Μόνος ο Δήμος Λάζος αντιστέκεται ηρωϊκά και τελικά πέφτει γενναία. Οι οικογένειες των Λαζαίων συλλαμβάνονται και οδηγούνται σιδηροδέσμιοι στον Τύρναβο. Οι θυσίες των Λαζαίων γίνονται το προανάκρουσμα της συμφοράς που θα ακολουθούσε αργότερα.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες των εχθρών, η οικογένεια των Λαζαίων, σαν την Λερναία Ύδρα δεν εξοντώνεται και όπως λέει ο κ. Μπίντας, «ξεπετάει καινούργια βλαστάρια κοντά στα οποία προστρέχουν τώρα οπλαρχηγοί όπως ο Διαμαντής Νικολάου, ο Συρόπουλος, ο Γούλας Δράσκος, ο Μπίνος, ο Λιακόπουλος, ο Τζαχείλας, ο Ψαροδήμος Διαμάντης
Το 1821 φέρνει την ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού και οι Ολύμπιοι Κλεφταρματωλοί ενώνονται με άλλους στην εξέγερση του Εμμανουήλ Παπά. Τα πρώτα χτυπήματα γίνονται στον Πολύγυρο της Χαλκιδικής, εκεί που διακρίνονται τα ηρωϊκά παλληκάρια , ο Λιακόπουλος και ο Μπίνος. Ο Μεχμέτ Εμίν Πασάς της Σαλονίκης, τους χτυπά, σκορπώντας καταστροφή, φωτιά και αίμα. Είναι τότε που επιστρέφει στην Πιερία ο επίσκοπος Μελέτιος, η πρώτη μεγάλη θυσία…
Τα επαναστατικά κινήματα «ξεπετάγονται» σε Όλυμπο, Πιέρια, Βέρμιο, έχοντας ορμητήρια τον Κολινδρό, την Ιερά Μονή Δοβρά, τη Νάουσα. Ο Διαμαντής Νικολάου, ο Γάτσιος, ο Καρατάσιος, ο Ζαφειράκης έρχονται στο προσκήνιο. Έρχονται ενισχύσεις από τη νότια Ελλάδα, καθώς και ο Κοζανίτης Νικόλαος Κασομούλης που στα απομνημονεύματά του αποθανάτισε τις σημαδιακές εκείνες μέρες.
Τον Μάρτη, του 1822, αποβιβάζεται στο Ελευθεροχώρι ο χιλίαρχος Γρηγόρης Σάλας, διορισμένος από τον Υψηλάντη ως αρχηγός της Επανάστασης στη Μακεδονία. Δύο καράβια από τα Ψαρά, φέρνουν λίγους γερμανούς πυροβολητές, με επικεφαλής τον φιλέλληνα Μορέν, έχοντας μαζί του τον Πολωνό Λεζίνσκι και τον Βοϊνέσκο. Τους πυροβολητές συνοδεύει ο Ιερομόναχος Λογιώτατος Θεόφιλος Καΐρης και όλοι μαζί ρίχνονται στον αγώνα για την ελευθερία της Μακεδονίας.
Ο Μεχμέτ Εμίν Πασάς της Θεσσαλονίκης ζητά να εμφανιστούν μπροστά του όλοι οι οπλαρχηγοί και πρόκριτοι του Ολύμπου, των Πιερίων, της Βέροιας, της Έδεσσας, της Νάουσας. Στην πρόσκληση του πασά, ο Διαμαντής Νικολάου απαντά με επίθεση στον Κολινδρό στις 8 Μαρτίου του 1822. Ο Σάλας αποκρούει στο Ελευθεροχώρι τους ιππείς του Σαλήμπεη της Κατερίνης και ανεβαίνει στην Καστανιά Κολινδρού. Οι άντρες του Διαμαντή Νικολάου και τα διακόσια παλληκάρια του Σάλα δεν μπορούν να αντισταθούν στις πολύ υπέρτερες δυνάμεις του Μεχμέτ Εμίν και καταφεύγουν στην Μηλιά. Οι Τούρκοι καταδιώκουν τους Έλληνες καίγοντας τα χωριά και σφάζοντας τους κατοίκους. Η σκληρότητα, η αγριότητα, η ωμότητα στα άκρα. Φτάνουν έξω από την Μηλιά στις 2 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα.
Σε κατάσταση άμυνας οι μαχόμενοι βασίζονται κυρίως σε αυτά που έχουν. Και το μόνο που έχουν εκείνη τη στιγμή οι Έλληνες είναι: Την Ανάσταση που μόλις γιόρτασαν στην Αγία Παρασκευή. Το «Χριστός Ανέστη» ηχεί ακόμα στα αυτιά τους και ο λογιότατος ιερομόναχος Θεόφιλος Καΐρης τους υπενθυμίζει πως είναι συγκάτοικοι των Ολύμπιων Θεών και ευνοημένοι των Πιερίδων Μουσών. Αυτά είναι τα όπλα τους και μαζί η Ελληνοσύνη!
Ο Σάλας και ο Γιάννης Δράσκος οχυρώνονται στον πύργο. Ο Διαμαντής Νικολάου περιμετρικά στο χωριό. Ακολουθεί μια μάχη λυσσαλέα. Οι Έλληνες δεν έχουν την πολυτέλεια της έλλογης αντίδρασης. Όλοι τους μαγνητίζονται από κάτι εκείθεν του πραγματικού. Τα γεγονότα που ακολουθούν δραματοποιούν παρά περιγράφουν, υποβάλουν παρά επεξηγούν τον κώδικα συμπεριφοράς των αγωνιστών εκείνων. Δεκαπλάσιος ο αριθμός των Τούρκων. Τώρα οι Έλληνες καλούνται να αγιοποιήσουν το κοινότυπο. Έχουν την τόλμη και την τιμιότητα να σκεφτούν με την καρδιά τους. Πολεμούν και τραγουδούν.
Για τα γεγονότα εκείνης της Πασχαλιάς, ο καθηγητής Θανάσης Μπίντας σχολιάζει: «Στην πατρίδα μας τα πιο γλυκά τραγούδια μας είναι αυτά που μιλούν για πίκρες και πόνους».
Τώρα έχουν μία υψηλότερη αφορμή σε ένα γεγονός όπου ο άνθρωπος ωριμάζει και καλεί και τους άλλους στο άπειρο. Είναι μια κατάσταση στο πεπρωμένο. Τώρα αυτή τους η αυτοπεποίθηση είναι όρος του μεγαλείου τους. Ο πόνος αναβαθμίζει τους ανθρώπους, τους προσθέτει μεγαλοσύνη. Η πεισματώδης άμυνα τους μετατρέπεται σε αφανισμό. Όλη η Μηλιά παραδίδεται στις φλόγες. Οι υπερασπιστές της έδρας των Λαζαίων πλημμυρίζουν με το αίμα τους τα σοκάκια της. Οι Τούρκοι αλαλάζοντας καίνε, γκρεμίζουν, λεηλατούν, σφάζουν γέροντες και γυναικόπαιδα, μετατρέποντας τις στιγμές σε κόλαση.
Λύτρωση ή καταστροφή; Δύσκολο να πει κανείς. Η επίγευση πικρή.
Όλοι εκφράζουν την επιθυμία για υπέρβαση. Τους ακολουθεί, όμως ο θάνατος σε μια φυγή και περιπλάνηση, μια πορεία ατελέσφορη προς το άγνωστο. Ένα φευγιό χωρίς στάση κι ανάσταση μέσα σε ένα άσπλαχνο άξενο σύμπαν.
Εδώ καλλύτερα ταιριάζει το «Λευτεριά ή Θάνατος». Γιατί η αναζήτηση αυτού που μας λείπει μας κάνει να υπάρχουμε, να δημιουργούμε, έτσι ο απόηχος της εναγώνιας περιπέτειας τους, παραμένει, δονεί, συγκινεί. Αυτό που μας διδάσκει ο Ισοκράτης είναι πως «Το να είσαι έλληνας δεν είναι ζήτημα καταγωγής, αλλά αγωγής και συμπεριφοράς». Μας τονίζει επίσης πως: «Μόνο οι υπερασπιστές της πατρίδας έχουν το δικαίωμα να την ονομάζουν Πατρίδα»
Στη διαδρομή της ζωής μου άκουσα δεκάδες πανηγυρικές ομιλίες με παραινέσεις για παραδειγματισμό, για μίμηση των γενναίων πράξεων, για υποσχέσεις «άμμες δε γ΄ εσσόμεθα πολώ κάρονες» του Ομήρου. Εμείς θα γίνουμε πολύ καλλύτεροι.
Σήμερα νοιώθω πως η επίγευση είναι πικρότερη. Είμαστε πολλοί. Ζούμε μια τριφυλή ζωή. Βαδίζουμε αλλά δεν συμβαδίζουμε.
Εκείνοι δώσανε την ζωή τους για την Ελλάδα. Εμείς σήμερα δίνουμε την Ελλάδα για την ζωή μας», καταλήγει ο Θανάσης Μπίντας.