Τα Ολύμπια Νέα

Ελλάδα

Προβληματισμός για μια συμφωνία που δεν ήρθε ακόμα

Έντονες διαφωνίες για την υπογραφή της συμφωνίας222

Ο υπουργός Οικονονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο αναπληρωτής υπουργός Γιώργος Χουλιαράκης και η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου προσπάθησαν για άλλη μια φορά να πείσουν τους δανειστές για την ορθότητα των ελληνικών θέσεων και να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό που θα σέβεται τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης.

Από τη μία είναι όντως οι σκληρές απαιτήσεις της Τρόικας, η οποία «ξεπέρασε» τον εαυτό της στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, επιχειρώντας να επιβάλλει ουσιαστικά ένα ιδιότυπο τέταρτο μνημόνιο, με μέτρα και δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος. Από την άλλη είναι οι… αναστολές που έχει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, που δεν της επιτρέπουν να υπογράψει μία συμφωνία, που μπορεί να σημάνει και την αρχή του πολιτικού της τέλους και να διαρρήξει τις σχέσεις της με τα κοινωνικά στρώματα, που εξέφρασε με την άνοδό της στην εξουσία. Ο συνδυασμός των δύο παραγόντων αυτών ήταν η αιτία που ακόμη ένα Eurogroup -το χθεσινό- δεν κατάφερε να καταλήξει σε μία τεχνική συμφωνία. Η 20ή Φεβρουαρίου προστίθεται στο ολοένα και μακρύτερο κατάλογο με τις ημερομηνίες, που θεωρήθηκαν ορόσημα, αλλά χάθηκαν στην πορεία διαψεύδοντας τις προσδοκίες της Αθήνας. Οι απαιτήσεις των δανειστών είναι γνωστές και περίπου ίδιες από την αρχή τηςδιαπραγμάτευσης, τον περασμένο Νοέμβριο. Και πολύ δύσκολα, κατά τα φαινόμενα, αυτό το στοιχείο θα αλλάξει, εκτός ίσως εάν αποχωρήσει από το ελληνικό πρόγραμμα το ΔΝΤ. Εκείνο, λοιπόν, που έχει τη μεγαλύτερη σημασία σε αυτό το πλαίσιο είναι η στάση της ελληνικής πλευράς. Μετά από αναμονή κάποιων εβδομάδων, φαίνεται να επανέρχεται στο κυβερνητικό στρατόπεδο μία ισχυρή τάση, που εκφράζει προβληματισμό και έντονες διαφωνίες για την υπογραφή της συμφωνίας. Οι εκφραστές αυτών των διαφωνιών, είχαν υποστείλει τις απόψεις και με πρωθυπουργική παρέμβαση, ελπίζοντας ότι η σκληρή στάση και η απροθυμία της Αθήνας να υπογράψει κάθε απαίτηση, θα προκαλούσε μία υποχωρητικότητα των δανειστών. Ήλπιζαν επίσης ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα δικαιωνόταν στην επιδίωξή του να πετύχει μία πολιτική λύση και ότι η συμμαχία με ευρωπαίους παράγοντες θα αποδυνάμωνε το ρόλο του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις, έστω για κάποια ζητήματα, όπως οι εργασιακές σχέσεις. Η διάψευση αυτών των προσδοκιών όμως φέρνει και πάλι έντονα στο προσκήνιο τις εσωκομματικές διαφωνίες, τις επιφυλάξεις και τις συγκρούσεις στον ΣΥΡΙΖΑ. Για πολλούς πλέον η συμφωνία απειλεί την πολιτική επιβίωση του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς τα μέτρα για τη μείωση του αφορολόγητου και των συντάξεων, η πώληση της ΔΕΗ και η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων προς το χειρότερο, που ζητούν οι δανειστές, πλήττει ευθέως τα κοινωνικά στρώματα που στήριξαν το κόμμα, αλλά και αλλοιώνουν τον πολιτικό και ιδεολογικό πυρήνα της παράταξης. Ο φόβος της… αποχώρησης με τους χειρότερους δυνατούς όρους από την διακυβέρνηση, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόσει τέτοιου είδους πολιτικές και μάλιστα χωρίς ένα πολιτικό και επικοινωνιακό σχέδιο για τη διαχείρισή τους, αλλά ούτε και ένα «παράλληλο» πρόγραμμα ως αντιστάθμισμα στις επιπτώσεις αυτών των μέτρων, γίνεται όλο και πιο έντονος. Υπό αυτή την έννοια παραμένουν προβληματισμοί στο κυβερνητικό στρατόπεδο, για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα: Υπάρχουν οι απόψεις για την παράταση των διαπραγματεύσεων στο απώτατο δυνατό χρονικό σημείο, ακόμα και για εκλογές, εάν για παράδειγμα δεν συναινέσουν κι άλλες πολιτικές δυνάμεις στην έγκριση της συμφωνίας. Ο κ. Τσίπρας δεν απορρίπτει το πρώτο, είναι ωστόσο κατηγορηματικά αντίθετος με το δεύτερο σε αυτή τη φάση και εκτιμάται ότι είναι δύσκολο έως απίθανο να υιοθετήσει την άποψη για φυγή μέσω εκλογών. Σε κάθε περίπτωση οι βουλευτές που θα κληθούν να ψηφίσουν την όποια συμφωνία, ζητούν να υπάρξει απόφαση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος, η οποία να τους καλύπτει. Είναι δυνατόν να υπάρξει ευρέως το φαινόμενο, βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να καταψηφίζουν τη συμφωνία στην κεντρική επιτροπή, αλλά επειδή η πλειοψηφία της τελευταίας θα την έχει εγκρίνει, να ακολουθούν αυτή την απόφαση και να υπερψηφίζουν τελικά στην ολομέλεια της Βουλής!

Ισχυρές δεσμεύσεις για να επιστρέψει ζητά το ΔΝΤ Ο υπουργός Οικονονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο αναπληρωτής υπουργός Γιώργος Χουλιαράκης και η υπουργός Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου προσπάθησαν για άλλη μια φορά να πείσουν τους δανειστές για την ορθότητα των ελληνικών θέσεων και να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό που θα σέβεται τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης. Η τακτική αυτή της προπαρασκευαστικής συνάντησης πριν το Eurogroup είχε ακολουθηθεί και στο προηγούμενο, με αποτέλεσμα η συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης να τελειώσει πολύ γρήγορα αποφασίζοντας την επιστροφή των θεσμών στην Αθήνα. Ωστόσο, τώρα τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα, μετά την αποτυχία ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων για τη β” αξιολόγηση κατά την παραμονή των θεσμών στην Αθήνα. Με τρία κρίσιμα ζητήματα -εργασιακό, δημοσιονομικό και ενεργειακά- να παραμένουν ορθάνοιχτα, χωρίς να έχει σημειωθεί η παραμικρή πρόοδος, οι εκπρόσωποι των θεσμών και κυρίως το ΔΝΤ ζητούν τώρα ισχυρές δεσμεύσεις και μεγάλες υποχωρήσεις από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης προκειμένου να επιστρέψουν. Από την πλευρά της η κυβέρνηση ειδικά για το ευαίσθητο θέμα των εργασιακών επιδιώκει να υπάρξει πολιτική λύση σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο, εκμεταλλευόμενη ότι για το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει διάσταση και μεταξύ των θεσμών, με το ΔΝΤ να μην δέχεται τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές.